Η πόλη έρμη, τα φώτα γκρίζα. Μια ασάλευτη ματιά όργωνε τους βρόμικους δρόμους, την αλήθεια ζητούσε, μα δεν την ήθελε κανείς.
Έτρεχαν οι καιροί αναμαλλιασμένοι κι ο αέρας έσερνε του φεγγαριού το αίμα.
Στη βιασύνη του χρόνου χόρευε η θλίψη στην παγωνιά. Οι δρόμοι της προσμονής, μαύρες κλωστές κρεμασμένες στ’ αστέρια. Τα λιμάνια στημένες παγίδες, η στεριά χαμένη στον ορίζοντα.
Η ζωή του ξέστρατη πεσμένη στη ματωμένη νύχτα. Κάθε βράδυ έδενε τις πληγές του με την ελπίδα, μα το ξημέρωμα κρύβονταν, δεν ερχόταν ποτέ.
Και μια νύχτα αφέγγαρη στάθηκαν στο παγκάκι του θανάτου επίγειοι δαίμονες και κρύφτηκε το μεγαλείο του στον κάδο των νεκρών.
Περπάτησε τον τελευταίο δρόμο με το κομματιασμένο κορμί του κι έσταξε σπαραχτικές κραυγές η αγκαλιά της νύχτας. Το παγωμένο παγκάκι πρόσμενε τους ήχους των σειρήνων και αναζητούσε την κάθαρση.
Κανείς όμως τάφος δε μπορούσε να φυλακίσει την ψυχή του κι όταν ήρθε η βροχή για να ξεπλύνει την άστεγη ζωή, ξυπόλητη σιγοτραγουδούσε.
Ζωή είναι και θα περάσει…
Και πέρασε…

_

γράφει η Ελένη Φλεμετάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!