Select Page

Ένοχες σιωπές, της Βέρας Βασιλείου

Ένοχες σιωπές, της Βέρας Βασιλείου

Ποια είναι η μυστηριώδης Μαρία Σωτηρίου και γιατί δε θέλει να έχει επαφές με τη Δάφνη; Τι σχέση έχουν αυτές οι γυναίκες με την εγκατάλειψη ενός μωρού που μεγαλώνει μες στο κουτσομπολιό του νησιού με μόνη υποστήριξη αυτήν του πατέρα του; Τι κοινό έχουν η Στέλλα με τη Μαρία και πώς θα δεθούν οι ζωές τους; Γιατί ο παππούς Νικήτας αποφασίζει να μεγαλώσει μόνος του τον μικρό Στεφανή, ένα παιδί που του το άφησαν στα χέρια ώστε να ανατραφεί χωρίς στερήσεις; Τι συνδέει τον Στεφανή με τη Δάφνη; Πώς θα καταφέρουν οι διαφορετικές ιστορίες αυτών των ανθρώπων να πλεχτούν σφιχτά μεταξύ τους και να ταξιδέψουν τον αναγνώστη από το χτες ως το σήμερα; Θεσσαλονίκη, Ξάνθη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, αιγαιοπελαγίτικα νησιά σηματοδοτούν τα μονοπάτια των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.

Ένα καλογραμμένο, διαφορετικό μυθιστόρημα που, με εξαίρεση το στυλ της γραφής που θα αναλύσω κατωτέρω, ήταν βατό και κατανοητό, με ανατροπές και διαχρονικά μηνύματα. Δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός άξονας, όλοι είναι χαρακτήρες που περιφέρονται ο ένας γύρω από τον άλλον, σχηματίζοντας τροχιές που αλληλεπιδρούν με σύμμαχο την ειμαρμένη και το τυχαίο (;). Μου άρεσε που η συγγραφέας απέφυγε με αρκετή ευκολία μαλλιοτραβηγμένες συμπτώσεις και κλισέ και το βιβλίο ακολούθησε τη δική του, ξεχωριστή πορεία. Ίσως φανεί σχετικά νωρίς πως το μυθιστόρημα αφορά τον απαγορευμένο έρωτα μεταξύ ετεροθαλών αδελφών, όμως αυτό είναι το πρώτο κλισέ που αγονείται, μιας και η ιστορία στρίβει σε άλλα μονοπάτια. Από κει και πέρα, οι πρωταγωνιστές τοποθετούνται σωστά στον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να υπάρχουν κενά και χασμωδίες για να καλύψουν μεγάλα διαστήματα της αφήγησης. Ο καθένας έχει το παρελθόν του, τους γεννήτορές του, οπότε και όλα δικαιολογούνται (συναισθήματα, τρόποι σκέψης, αντιδράσεις, στάση ζωής) ως το τέλος. Από την άλλη, παρ’ όλο που οι ήρωες είναι συγκεκριμένοι, κατά πάσαν πιθανότητα ο αναγνώστης κάπου να χαθεί, μιας και οι ιστορίες εκτυλίσσονται παράλληλα, όμως σύντομα το κείμενο δένει και τα προβλήματα ξεπερνιούνται.

Δυστυχώς, δεν μπόρεσα με τίποτα να αγαπήσω τη Μαρία Σωτηρίου, μια γυναίκα που μου φάνηκε υπερβολική και ακραία. Η αντίδρασή της σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, κάτι που αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης, μου φάνηκε ακραία, παρ’ όλο που συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις, και καθόλου δικαιολογημένη. Η συγγραφέας έκανε τα πάντα για να το εξηγήσει όμως δε με έπεισε. Ειδικά όταν τόνισε μια σκηνή που βίωσε η Μαρία Σωτηρίου, μου φάνηκε αυτό τόσο αποσχισμένο και άσχετο από τη μετέπειτα ψυχολογική ωρίμανση της ηρωίδας που πιο πολύ με απομάκρυνε παρά με διαφώτισε. Ακόμη χειρότερα, η Μαρία Σωτηρίου, όταν άρχισε να καταστρώνει ένα σχέδιο εκδίκησης (δε θα γράψω απέναντι σε ποιον) δεν ήταν απαραίτητο να βρίζει τόσο χυδαία και ωμά. Θα μπορούσε η μανία της και η πνευματική της αστάθεια να εκφραστεί με τις πράξεις της, που είναι από μόνες τους συνταρακτικές και απάνθρωπες.

Κι εδώ έρχομαι στο στυλ της γραφής. Μου φάνηκε τόσο φορτωμένο από λέξεις και επιθετικούς προσδιορισμούς που αδυνάτιζε τη δράση και την εξέλιξη. Επιπλέον, προς τιμήν της, η συγγραφέας πειραματιζόταν με ποιητικές λέξεις και κάποιους συνδυασμούς επιθέτων και συνδυασμούς εννοιών στην ίδια λέξη που απέδιδαν μια ποιητικότητα («θησαυροφύλαγε», «βαθιοθεμέλιωναν», «μεσιασμένος Ιούλιος» κ. ά.), δεν ταίριαζαν όμως με τη δραματικότητα της ιστορίας ή με το σύνολο του έργου. Ωραίες λέξεις, ιδανικές αν και βαριές παρομοιώσεις, πειραματισμοί στο συντακτικό, διαλεγμένα καλολογικά στοιχεία, ίσως όμως κάποιες παρομοιώσεις δείξουν υπερβολικές ενώ ο λυρισμός της γραφής, αν και άφθονος, κάπου κάπου δείχνει άκαιρος. Από την άλλη, η ορολογία που χρησιμοποιείται για τα καράβια και η χρήση αυτών ακριβώς των λέξεων στα θαλασσινά ταξίδια δίνουν μια άλλη, ατμοσφαιρικότατη διάσταση που με ταξίδεψε. Για παράδειγμα, νομίζω πως βρήκα τον καλύτερο μέχρι στιγμής τρόπο έκφρασης για τα κουτσομπολιά που ανθίζουν σε ένα χωριό: «Κι όταν θα αφομοίωνε το περιεχόμενο, τότε θα ‘ταν έτοιμος να ρίξει το “καλαμπόκι” στ’ ανυπόμονα πετεινάρια, να το μοιράσουν στις πεινασμένες για κουσέλι πουλάδες» (σελ. 110). Αντιθέτως, με ξένισε αρκετά το πρώτο κεφάλαιο, όπου η κυρία Βασιλείου παρασύρεται στον δικό της τρόπο σκέψης και αφήγησης, δυσκολεύοντάς με να εντρυφήσω στην ιστορία.

Η ματιά της συγγραφέως απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο πολλούς μικρόκοσμους και με ταξίδεψε νοερά εκεί: στο μπάρκο του ξενιτεμένου, στον αργαλειό της χαμηλοβλεπούσας, στη φραστική και λεκτική επίθεση του νησιού απέναντι σε ένα μπάσταρδο και μάλιστα από τους ίδιους ανθρώπους που θα χαμογελάσουν και θα φιλέψουν τον λεκτικό τους στόχο έτσι κι αυτός κερδίσει σημαντικά χρηματικά ποσά. Μικρόκοσμοι και μικροκοινωνίες αποδίδονται γλαφυρά, ρεαλιστικά και ανατέμνονται με διεισδυτικότητα και αληθοφάνεια.

Η συνεχής εξέλιξη των χαρακτήρων, οι αλλαγές στη νοοτροπία και στη ζωή τους, η κάθαρση στο τέλος, η επιλογή της κυρίας Βασιλείου να μη δείξει μονοδιάστατους χαρακτήρες, αντιθέτως μου χάρισε πολύχρωμους και ποικιλόχρωμους πρωταγωνιστές, η σταδιακή και κλιμακωτή εξέλιξη της ιστορίας που έφερε σε ένα τέλος-κάθαρση για πολλούς, είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά του βιβλίου, που αξίζει να του ρίξει μια ματιά ο αναγνώστης.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!