no_internet_b

Άνθρωπος των άκρων. Του πολύ, του πάρα πολύ. Ή του τίποτα. Αυτό είμαι, δυστυχώς, κι έχω πλήρη επίγνωση του κουσουριού μου. Γιατί, μη μου πείτε ότι δεν είναι κουσούρι να μου αρέσει, για παράδειγμα, η φουρτουνιασμένη θάλασσα με κάτι κύματα βουνό, που όμως εμένα μ’ αρέσουν σε σημείο να εμπνέομαι και να γράφω ένα κάτι.

Η ήσυχη, η γαλήνια, η ακύμαντη θάλασσα δεν μού λέει, πέρα από ένα απολαυστικό κολύμπι, απολύτως τίποτα. Θέλετε κι άλλο παράδειγμα του κουσουριού μου αυτού; Ευχαρίστως να σας το πω. Στην Αγάπη και κυρίως στον Έρωτα, ή η πλήρης παράδοση του άλλου κι η απόλυτη κατάκτηση, ή τίποτα.

Κοντολογίς και για να μη μακρηγορούμε -γιατί κι εδώ ακόμη φαίνεται η υπερβολή μου, στην ακατάσχετη φλυαρία, είμαι αυτό που λέει ο λαός άνθρωπος των άκρων -ή του ύψους, ή του βάθους. Και δεν πρόκειται για θέμα κουλτούρας και παιδείας. Ούτε για εσφαλμένη, ή μη, αντίληψη των πραγμάτων. Όχι. Πρόκειται για θέμα χαρακτήρα, κι αυτό δεν επιδέχεται διόρθωση. Είναι γραμμένο στο DNA μου και η επιστήμη δεν έχει, πιστεύω, ακόμη προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να επέμβει και να διορθώσει. Γεννήθηκα με το κουσούρι αυτό κι ότι το παραδέχομαι δεν το κάνει, βέβαια, λιγότερο ή περισσότερο αποδεκτό.

Μισώ το μέτριο. Εδώ, θα πρέπει να διευκρινίσω για όποιον ενδιαφέρεται για όσα γράφω και με αφορούν, ότι ομιλώ περισσότερο για συναισθήματα και προτιμήσεις. Δεν αντιμάχομαι, για παράδειγμα, τη μέτρια κοινωνία -της οποίας άλλωστε μέλος της είμαι κι εγώ, για να πει κανείς ότι είμαι Χρυσαυγίτισσα ή κουκουλοφόρος. Ούτε, όσον αφορά τον άλλο βασικό πυλώνα τη θρησκεία, να πω ότι είμαι καμιά θεούσα ή και άθεη. Πώς να σας το εξηγήσω αλλιώς, δεν ξέρω.

Δε συμβιβάζομαι με το μέτριο, αν και σαν μουσικός είμαι έτσι κι αλλιώς λάτρης του μέτρου, που μηδεμία σχέση έχει βέβαια με το μέτριο. Προς Θεού, καμία σχέση. Στη μουσική μέτρο σημαίνει αρμονία και ακολουθεί ορισμένους κανόνες απαράβατους. Η παραβατικότητα στον τομέα αυτόν σημαίνει παραφωνία. Σαφώς και ταιριάζει περισσότερο με την αρχαία ρήση «μέτρον άριστον». Επειδή, όμως, το κάθε τι στη ζωή αυτή έχει και τις εξαιρέσεις του, να πω και τούτο το παράδοξο.

Ενώ, ίσως κάποιος, σαν απόρροια των όσων ολίγων ανέφερα, να φανταζόταν ότι και σε ό,τι με αφορά, πως ακόμη και στις εποχές του χρόνου θα ‘μουν λάτρης των ακραίων φαινομένων -καύσωνας δηλαδή, ή 30ο θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. Ε, αυτός ο κάποιος έχει λάθος φαντασία. Και τούτο γιατί -ποιος να το περίμενε, λατρεύω το Φθινόπωρο, μακράν. Λατρεύω τη βροχή, ακόμη και την καταιγίδα. Το τραγούδι της είναι έργο συμφωνικό. Άλλοτε Βαγκνερικό και βαρύ, άλλοτε πιο ήπιο, Μπετοβενικό. Με μαγεύει.

Και συνεχίζω με τη μελέτη του περίεργου εαυτού μου. Ας βρεθεί, παρακαλώ, κάποιος να μου εξηγήσει και θα του το χρωστάω. Πώς, ενώ λατρεύω το άρωμα του γιασεμιού και της γαζίας, δε μπορώ αυτό το ίδιο το άρωμα να το ανεχθώ κλεισμένο μέσα σε ένα πανάκριβο παριζιάνικο κομψό μπουκαλάκι; Με άλλα λόγια, δε μου αρέσει το τεχνητό και κατ’ επέκταση το δήθεν. Και βέβαια αυτό, κυρίως, σαν συμπεριφορά.

Κι απ’ αυτό, ορμώμενες οι σκέψεις μου, ρέουν ως ακολούθως. Φίλοι που λατρεύω, παρεξηγούν συχνά πυκνά συμπεριφορές μου. Κι ενώ δεν αντιβαίνουν τους κανόνες του savoir vivre, μοιάζουν να ‘ναι αντίθετες με το κατεστημένο. Για παράδειγμα, ένα like στα κείμενά μου στο φατσοβιβλίο είναι μεν μία πολύ ευγενική χειρονομία, αλλά αντ’  αυτού, θα προτιμούσα ένα σχόλιο, έστω κι αρνητικό, γιατί θα ξέρω ότι με διάβασε κάποιος και με έκρινε είτε θετικά, είτε αρνητικά.

Γράφεις διάφορα κείμενα και τυχαίνει, την ίδια στιγμή, να σου τ’ ανεβάσουν τα διάφορα blogς που τα έδωσες. Κι αρχίζουν τα likeς, και τα κτητικά «μου», που δε σημαίνουν τίποτα απολύτως, αφού είναι ανθρωπίνως αδύνατον να σε έχουν διαβάσει σε τόσο λίγο χρόνο. Τί σημαίνει το like σ’ αυτή τη περίπτωση, ας ήξερα. Έχω ένα χρόνο που γράφω στα blogs κι αυτήν την ευγένεια δεν την έχω καταλάβει, ειλικρινά. Προσωπικά θα μου άρεσε, και το κάνω, ν’ αρχίσω μια κουβέντα σαν να πιάνω το νήμα της από κει που τα’ άφησα την τελευταία φορά. Έστω κι αν η φορά αυτή ήταν πριν μέρες. Χωρίς τις καλημέρες και τις καλησπέρες δέκα φορές τη μέρα, όπως θα έκανα για τους μη εικονικούς μου φίλους. Το βρίσκω πιο οικείο, πιο ζεστό, το γουστάρω. Μα, οι φίλοι μου όχι. Και υποχρεώνομαι ν’ ακολουθώ κανόνες που με πνίγουν και δεν τους αντέχω. Θα μου πεις: ε, τότε μείνε απ΄ έξω και πάψε να μουρμουράς. Φοβάμαι ότι αυτό θα κάνω. Θα γλυτώσω, έτσι, από πολλές απογοητεύσεις.

Ειλικρινά, θαυμάζω όσους το τόλμησαν και παρέμειναν μόνον με τα κείμενά τους και καναδυό αληθινούς φίλους, που τους είναι πολύτιμοι. Στην τελική, αυτό είναι το πραγματικό κέρδος που αποκόμισαν.

Αλλά, επειδή μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται, αυτούς τους γενναίους τούς περιμένει η απογοήτευσή της παντελούς απουσίας σχολίων κι η υποψία πως τελικά μόνοι τους θα γράφουν και μόνοι τους θα διαβάζουν τα γραφτά της ψυχής τους.

Αμ, το άλλο με τους διαγωνισμούς των blogs, πώς το βλέπετε; Έχεις, ας πούμε, μια χιλιάδα φίλους και κάθε φορά που ενδιαφέρεσαι τους κινητοποιείς και η αρλουμπίτσα που ‘χεις γράψει βγαίνει πρώτη.

Να γινόταν, λέει, να υπήρχαν δυναμικοί μπροστάρηδες οραματιστές και ανάλογες Μπουμπουλίνες και να θέσπιζαν κανόνες υγιείς και δίκαιους. Πόσο πιο επωφελές θα ήταν το λατρεμένο μας facebook.

Κοίταξε τώρα, αγαπητέ αναγνώστη, πώς ξέφυγα από το θέμα μου.

Μα, μήπως και υπήρχε θέμα; Και γι’ αυτό, ακόμη και τον τίτλο στο κείμενό μου τούτο, τώρα θα τον δώσω. «Έτσι, χωρίς πρόγραμμα» θα το πω, όπως έλεγε η αείμνηστη δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν, στα πανέμορφα δικά της αξέχαστα κείμενα, με κείνη την παράξενη φωνή που ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου.

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!