Ξεκούμπωσε το πουκάμισό της. Κι ύστερα έγειρε μπροστά του προκλητικά.

«Ή όλα ή τίποτα», του είπε ψιθυριστά.

Δεν την κοίταξε. Έσφιγγε μονάχα τα χέρια του στο τιμόνι.

«Φοβάσαι; Πιάσε να. Δεν είναι τίποτα ψεύτικο», του είπε ειρωνικά.

«Θα σταματήσεις;» της είπε κοιτάζοντας στο απέναντι μαγαζί. «Γίνεσαι γελοία…»

«Εγώ; Εγώ αγοράκι μου εσένα περιμένω να γίνεις περισσότερο άντρας. Μα γίνονται άντρες παιδιά σαν κι εσένα; Πίσω από φουστάνια μανάδων τρέχετε. Μα εγώ δεν είμαι μάνα σου», του είπε φτύνοντας στο πρόσωπό του.

«Αλίκη!» είπε και σκούπισε το πρόσωπό του κοιτάζοντάς την θυμωμένα.

«Μπα; Έχεις φωνή; Για κοίτα. Σε κανένα οργασμό σου δε σε άκουσα να φωνάζεις έτσι. Και τώρα Αλίκη! Δεν ήξερα ότι ήθελες να σου ρίχνομαι στους δρόμους. Τζάμπα το κρεβάτι που αγόρασα δηλαδή. Να του βάλω ρόδες; Για πες τι σε φτιάχνει αγοράκι μου;» του είπε πλησιάζοντάς τον κι άλλο

«Θα το βουλώσεις;», της είπε γυρνώντας και πάλι το κεφάλι του στο μαγαζί αποφεύγοντας να την κοιτάξει.

Ένα φορτηγό μόλις είχε παρκάρει. Ο οδηγός του κατέβηκε και άνοιξε την συρόμενη πόρτα του. Ύστερα, έπιασε πέντε τελάρα με μπύρες και τα κουβάλησε. Ένα κουδούνι ακούστηκε από την πόρτα του μαγαζιού, από εκείνα τα κρεμαστά που κουδουνίζουν όταν ανοίγουν οι πόρτες.

Η Αλίκη κοίταξε την πόρτα του  μαγαζιού μέχρι που σώπασε. Ύστερα γύρισε βιαστικά το κεφάλι της στον Γιάννη.

«Το ξέρω. Δεν έχω τίποτα να περιμένω από εσένα. Πάντα δειλός ήσουν. Άτολμος. Πώς να με ανάψει αυτό; Να, δες. Δε νιώθω τίποτα. Άγγιξε γαμώτο!» του είπε αρπάζοντας το ένα του χέρι και βάζοντάς το στο στήθος της. «Βλέπεις; Νεκρό. Τίποτα. Δεν είσαι τίποτα! Όπως όλοι κι εσύ» του είπε δυνατά.

Ο Γιάννης γύρισε στο μέρος της σχεδόν εκτός εαυτού. Την τράβηξε απότομα μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου και άρχισε να τη φιλά.

«Κότα!» του έλεγε όποτε έπαιρνε ανάσα και γέλαγε.

«Σκάσε!» της έλεγε με την καρδιά του να χτυπά.

Το κουδούνισμα της πόρτας τους έκανε να κοιτάξουν και οι δυο απέναντι με τα στόματά τους ενωμένα. Ο κουστουμαρισμένος ιδιοκτήτης του μαγαζιού βγήκε μαζί με τον οδηγό του φορτηγού. Υπογράψανε κάτι χαρτιά κι ύστερα τον χαιρέτησε. Έπειτα κοίταξε απέναντι, βάζοντας την παλάμη του στο μέτωπο του για να μπορέσει να δει καλύτερα χωρίς να τον τυφλώνει ο ήλιος. Την είδε να σηκώνεται από το παράθυρο και να στρώνει το ξεκούμπωτο πουκάμισό της, φανερώνοντας ακόμα περισσότερο το στήθος της, κοιτάζοντάς τον γελαστή.

«Αλίκη τι δουλειά έχεις εδώ; Κουμπώσου γαμώτο!» της είπε με αυστηρό ύφος περπατώντας γρήγορα προς το μέρος της

«Απόδειξέ το μου τώρα αν είσαι άντρας ή αγοράκι της μαμάς!» γύρισε και ψιθύρισε στον Γιάννη

Δεν πρόλαβε καν να την ακούσει. Είχε ήδη πατήσει το γκάζι. Μέσα σε δευτερόλεπτα, το αυτοκίνητο βρισκόταν μέσα στο μαγαζί, η τζαμαρία ήταν διαλυμένη και το σώμα του κουστουμαρισμένου ιδιοκτήτη κομμένο στα δυο. Το ειρωνικό γέλιο της Αλίκης όπως έτρεχε γρήγορα στα στενά το κάλυπτε το κουδούνισμα της σπασμένης πόρτας.

Σε όλες τις εφημερίδες την επόμενη ημέρα τα πρωτοσέλιδά έγραφαν:

«Σκοτώθηκε ο εφοπλιστής Κωνσταντίνος Πέτρου σε μαγαζί της αλυσίδας του στην Κηφισιά, όταν ένα Ι.Χ. έπεσε πάνω στη τζαμαρία του μαγαζιού με μεγάλη ταχύτητα. Οι πρώτες ενδείξεις μαρτυρούν πως πρόκειται για τραγικό ατύχημα καθότι ο οδηγός του αυτοκινήτου Γιάννης Κ. βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Η σύζυγός του Μαρία καθώς και η μονάκριβη κόρη τους Αλίκη δηλώνουν συντετριμμένες και αποφεύγουν περεταίρω δηλώσεις. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό οικογενειακό περιβάλλον».

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!