Ήταν στο δρόμο μαζί με χιλιάδες,
χιλιάδες στιγμές βιαστικά περνούσαν.
Οι τοίχοι έγραφαν ποιήματα αόρατα,
ανθρώπων που ασφυκτιούσαν στις λέξεις.
Όλα είχαν ειπωθεί μα ποιος είναι εκείνος
που τα άκουσε;
Δεν υποτιμούσε τη βιασύνη,
δεν είχε άμμο να βουλιάξει τα πόδια,
και εκείνες οι μυρωδιές απ' τα κουλούρια με το ούζο
αναζητούσαν βόλεμα στον ουρανίσκο.
Τίποτα δεν περιόριζε την άποψη πως η ανηφόρα έχει θέα
από το εδώ έως το πάντα,
η επιθυμία να κρατήσει τον καθρέφτη στο φως,
να δει τα πρόσωπα όπως στα αλήθεια είναι.
Άξιζε να παραδεχτεί πως μεγάλωσε
με την εικόνα του γλάρου που πετούσε κάτω από τα κεραμίδια
ή με την πεταλούδα που χάρισε στην αδερφή της
ακόμα πιο πολύ να πει πως διάβαζε πολλά αόρατα ποιήματα
δίχως να τα καταλαβαίνει.
Έτσι επιστρέφει μασουλώντας καραμέλες με γεύση λεμονιού,
το χαμόγελο ακουμπισμένο σε στίχους ποιητών,
τα χέρια σε ερμηνείες σκάβει βαθιά για να φυτέψει ελπίδες.
Τίποτα δεν είχε ειπωθεί, μα ποιος είναι εκείνος που τα λέει;

_

γράφει η Κωνσταντίνα Γεωργαντοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!