Όνειρο ήτανε

12.05.2017

Ο Harold καθόταν στη βεράντα του. «Δε μου φτάνει η κακοκαιρία, έχω και τις φωνές σας», μάλωσε τα εγγόνια του. Ξαφνικά, είδε κάποιον να πλησιάζει προς το σπίτι του, ξεπροβάλλοντας μέσα από τη βροχή. Τον κοίταξε προσεκτικά, στενεύοντας τα μάτια του. Παρατηρώντας τα φθαρμένα ρούχα του ξένου, ο Harold ένιωσε ανήσυχος.

- Μην πλησιάζεις άλλο, τι θέλεις; του φώναξε.

- Κύριε, είμαι ένας σοφός μέντορας. Κατευθύνομαι πεζός προς μία άλλη πόλη. Καθυστέρησα όμως, λόγω της καταιγίδας. Θα ήμουν εξαιρετικά ευγνώμων αν μου δίνατε μια στέγη και λίγο φαγητό για το βράδυ, είπε ο σοφός.

-Αν πράγματι είσαι σοφός, γιατί δεν προνόησες να εξασφαλίσεις εσύ τον εαυτό σου; Γνωρίζω πως οι σοφοί μέντορες έχουν το χάρισμα να βελτιώνουν τις ζωές των άλλων, εσύ πώς και δεν μπορείς να βελτιώσεις τη δική σου; Μήπως είσαι απλά ένας σοφός απατεώνας; τον ρώτησε ο Harold, γελώντας με το ίδιο του το αστείο. Ο σοφός δεν απάντησε.

-Κοίτα, σοφέ, δεν μπορώ να σου δώσω ούτε φαγητό ούτε καταφύγιο. Εδώ δεν κερδίζω αρκετά για να συντηρήσω την οικογένειά μου, άσε που το σπίτι μου δεν είναι και κανένα παλάτι, όπως βλέπεις.

-Με συγχωρείτε, κύριε, αλλά το σπίτι σας είναι μεγάλο, είπε ο σοφός κοιτάζοντας γύρω του.

-Μάλιστα, τώρα θα μου πεις εσύ ότι αυτό το παλιό σπίτι που δεν μπορώ καλά καλά να το συντηρήσω, είναι και έπαυλη. Πώς τολμάς; Τώρα ο Harold είχε θυμώσει πραγματικά.

-Δεν έχω καμία πρόθεση να σας εξαγριώσω κύριε, αλλά από ό,τι μπορώ να δω, νομίζω ότι έχετε μια αρκετά καλή ζωή. Έχετε αυτό το μεγάλο σπίτι και, υποθέτω, και μια ωραία, μεγάλη οικογένεια, είπε ο σοφός κοιτώντας τα εγγόνια του Harold.

Ο Harold κούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά.

-Όχι, όχι! Τίποτα στη ζωή μου δεν πηγαίνει καλά.

-Άρα μου λέτε πως δεν είστε ευγνώμων για το φαγητό στο πιάτο σας. Ο σοφός τον κοίταξε με περιέργεια.

-Είναι ένα απλό, συνηθισμένο φαγητό, τίποτα το ιδιαίτερο. Γιατί θα πρέπει να είμαι ευγνώμων; του αντιγύρισε ο Harold.

-Και με την οικογένειά σας, τι γίνεται; Με τη γυναίκα, τα παιδιά και τα εγγόνια σας;

-Γιατί θα πρέπει να είμαι ευγνώμων για τη γυναίκα μου; Είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, όχι κάποιος άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό. Τα παιδιά μου έχουν μάθει να μην εκτιμούν στη ζωή τους τίποτα, δεν είναι σε θέση να κερδίσουν ούτε ένα ευρώ, ξέρουν όμως μια χαρά πώς να ξοδέψουν μια περιουσία, όσο για τα εγγόνια μου, είναι το ίδιο κακομαθημένα. Το μόνο που κάνουν είναι τόσος θόρυβος, που μου προκαλεί πονοκέφαλο όλη μέρα. Ο Harold είχε πάρει φόρα.

-Η υγεία σας όμως φαίνεται καλή. Τουλάχιστον θα πρέπει να είστε ευγνώμων για την υγεία σας κύριε, έτσι δεν είναι; ρώτησε ο σοφός.

-Μην κρίνεις από αυτό που βλέπεις, δεν είμαι και τόσο υγιής όσο δείχνω. Πάσχω από κράμπες στο στομάχι, πονοκεφάλους και συχνές κρίσεις πανικού. Δεν είμαι και τόσο ευγνώμων γι αυτό το είδος της υγείας.

-Λέτε λοιπόν ότι δεν υπάρχει τίποτα στη ζωή σας για το οποίο να είστε ευγνώμων; Τίποτα απολύτως; H περιέργεια του σοφού είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της.

-Ίσως να είμαι ευγνώμων για το γεγονός ότι γεννήθηκα, απάντησε ο Harold σαρκαστικά. Ξαφνικά ο Harold συνειδητοποίησε ότι μιλούσε για πολύ ώρα σε αυτόν τον άθλιο ζητιάνο. Αυτό τον εξόργισε.

-Σοφέ! Αρκετά με την περιέργειά σου. Πήγαινε τώρα. Δεν πρόκειται να βρεις αυτά που γυρεύεις εδώ.

Ο σοφός υποκλίθηκε ευγενικά και έφυγε. Μετά από αυτό, ο Harold πήγε για ύπνο. Το επόμενο πρωί, ο Harold άνοιξε τα μάτια του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δε βρισκόταν στο κρεβάτι του, αλλά ήταν ξαπλωμένος στην άκρη ενός δρόμου. Οι άνθρωποι τον προσπερνούσαν. Κανείς δεν του έδινε καμία σημασία. O Harold προσπάθησε να σηκωθεί για να πάει στο σπίτι του, αλλά δεν μπορούσε να κινήσει το σώμα του. Κατάλαβε πως ήταν εντελώς ανήμπορος.

-Βοηθήστε με, βοηθήστε με, κάποιος να με βοηθήσει!  προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η φωνή του μόλις που ακουγόταν.

Στην αρχή δεν τον πρόσεχε κανείς. Ο Harold όμως συνέχισε να φωνάζει. Εν τέλει, ένας ζητιάνος εκεί κοντά τον άκουσε.

-Harold, κοφ’ το, αλλιώς θα εξαγριώσεις τους άλλους και θα σε χτυπήσουν.

-Θα σταματήσω, βοήθησέ με σε παρακαλώ να γυρίσω πίσω στην οικογένειά μου και στο σπίτι μου.

-Όνειρο είδες; Δεν έχεις ούτε οικογένεια ούτε σπίτι, είπε ο ζητιάνος κοιτάζοντας τον Harold.

-Κι όμως, έχω οικογένεια. Έχω ένα μεγάλο σπίτι, έχω εγγόνια, έχω και μια καλή σύζυγο.

-Θα πρέπει να είδες κάποιο καλό όνειρο. Σε ξέρω από παιδί, εδώ γεννήθηκες, στους δρόμους αυτούς περιπλανιόσουν πάντα, του είπε ο ζητιάνος.

-Λες ψέματα! Έχω οικογένεια και σπίτι. Δεν ανήκω εδώ.

-Σκάσε! Μη με λες ψεύτη. Γεννήθηκες ζητιάνος. Και με τα χάλια που έχεις, θα πεθάνεις σύντομα σαν ζητιάνος, του είπε με θυμωμένη φωνή.

Η συμπεριφορά του ζητιάνου φόβισε τον Harold. Παρέμεινε σιωπηλός. Μια τεράστια απελπισία τον κατέλαβε μετά από αυτό. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. «Γιατί να μου συμβαίνει αυτό; Θέλω να επιστρέψω στην οικογένειά μου. Δεν μπορεί να είναι αυτή η ζωή μου» μονολογούσε. Ξαφνικά θυμήθηκε το περασμένο βράδυ και την συνομιλία του με τον μυστηριώδη σοφό. Με το μυαλό του άρχισε να τον αναζητά, γυρεύοντας συγχώρεση. «Το κάνεις αυτό, σοφέ, για να μου διδάξεις ένα μάθημα; Το έμαθα το μάθημά μου. Σε παρακαλώ, δώσε μου πίσω τη ζωή μου».

Ο Harold εκλιπαρούσε για την παλιά του ζωή. «Σε παρακαλώ δώσε μου τη ζωή μου πίσω. Θα είμαι για πάντα ευγνώμων για τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, το σπίτι μου και για το φαγητό στο πιάτο μου, για την υγεία μου, για τα πάντα στη ζωή μου». Ο Harold συνέχισε να ικετεύει. Τίποτα δεν έγινε. Έκλαιγε όλη την ημέρα. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να του δώσει λίγο φαγητό ή, έστω, μια στάλα νερό. Όταν νύχτωσε, ο Harold αποκοιμήθηκε στην άκρη του δρόμου, πεινασμένος και εξαντλημένος.

Το πρωί άνοιξε αργά τα μάτια του, φοβισμένος που ήταν ακόμη ζωντανός. Κοιτάζοντας γύρω του, συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στο κρεβάτι του και ότι η κόρη του τον καλούσε για πρωινό. Ο Harold πήδηξε από το κρεβάτι του. Ήταν μια υπέροχη μέρα. Ο Harold χαμογέλασε και, για πρώτη του φορά, αισθάνθηκε χαρούμενος για τη ζωή του.

_

γράφει η Βασιλική Δραγούνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

1 σχόλια

1 Σχόλιο

Υποβολή σχολίου