Select Page

Όνειρο θερινής νυκτός

Όνειρο θερινής νυκτός

 

«Όνειρο στο κύμα», «Έρως –Ήρως» ή κάτι τέλος πάντων από τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη του θύμισε εκείνη η γυναικεία μορφή. Αυτό το αγνό, το αθώο, ίσως το πιο αυθεντικό συναίσθημα που μπορεί να έχει κανείς στη ζωή του. Πίστευε ότι ήταν βγαλμένη από μία άλλη εποχή. «Μα πώς μπορεί ξαφνικά να είμαι τόσο τυχερός;» μονολόγησε καθώς εκείνη του χάιδευε το χέρι και του χαμογελούσε. Πολλά χρόνια είχε ζήσει μόνος του, έξω από την πόλη, μακριά από τη φασαρία και τη βαβούρα, εκεί που πίστευε πως βρισκόταν η αληθινή ευτυχία. Και τώρα, εντελώς απροσδόκητα και ανέλπιδα, όπως πίστευε, η ίδια η πόλη του είχε προσφέρει το ομορφότερο καταφύγιο της ζωής του. Είναι σαν ένα όνειρο τρελό. Ποτέ του δεν πίστευε σε όνειρα. Πάντα θεωρούσε πως αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα συνθλίβει τα όνειρα. «Η ήττα των ονείρων είναι συντριπτική. Δεν αξίζει να ονειρεύεται πλέον κανείς. Αυτά είναι για τους αφελείς και τους ρομαντικούς. Υπάρχουν αλήθεια τέτοιοι άνθρωποι πλέον;» αναρωτιόταν συνεχώς. «Άνθρωποι οι οποίοι με τόλμη και ξεπερνώντας κάθε τροχοπέδη διεκδικούν μέχρι τέλους τα όνειρά τους, ακόμη κι αν χαθούν κάποτε παρέα με αυτά; Ανοησίες! Δεν υπάρχει πλέον χώρος για τέτοιους ανθρώπους, δεν  υπάρχει χώρος για όνειρα. Στη θέση τους μπήκε το χρήμα που κινεί τα πάντα, στη θέση τους μπήκε ο εγωισμός, ο ωχαδερφισμός, ο ατομικισμός. Ο καθένας κοιτάει να βολευτεί, να βρει μια δουλειά, δεν ενδιαφέρεται για τον άλλον. Ξεχνάει τα όνειρα που έκανε κάποτε, αδιαφορεί και περιγελά τα ανόητα όπως πιστεύει όνειρα των υπολοίπων. Ξεχνάει τον εαυτό του ως παιδί. Μήπως άλλωστε αυτό δεν είναι μία απ’ τις αιτίες που φτάσαμε ως εδώ; Αφήνει τον οποιοδήποτε να του καταπατάει τα όνειρα, να του ορίζει την ζωή» πολλές σκέψεις διάχυτες υπήρχαν στο μυαλό του. Ο πεσιμισμός του πάντως ολοκληρωτικός: ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΕΙΧΑΝ ΗΤΤΗΘΕΙ! ΗΤΑΝ Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ!

Και τώρα, η γυναικεία αυτή μορφή; Η Ανθούλα; Είχε έρθει σαν από μηχανής Θεός να γιατρέψει την πληγωμένη του καρδιά και το σκοτεινό τέρας της απελπισίας που του έτρωγε το συκώτι. Αλκοόλ, ναρκωτικά. Παρέα με την φύση και την ηρεμία του βουνού πίστευε ότι εκεί βρισκόταν το πραγματικό καταφύγιο γι’ αυτόν, όπου θα καταλάγιαζε η ταραγμένη του ψυχή. Η ρίζα του κακού βρισκόταν πολλά χρόνια πριν, όταν ζούσε σε μία οικογένεια με πολλή βία, έναν πατέρα μονίμως μέθυσο και μία μητέρα βουτηγμένη στις εξαρτήσεις. Η μικρή του αδερφή ήταν η μόνη αχτίδα φωτός αλλά και αυτήν την έχασε όταν ένα βράδυ οι γονείς του την ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου, πράξη η οποία ήταν απόρροια του πιοτού και των ναρκωτικών σε συνδυασμό με την καινοτόμα απόφαση της μικρής μα πάντα χαμογελαστής Μοσχούλας να σπουδάσει Ιατρική. Τότε ήταν μία εποχή που ακόμα και το ενδεχόμενο να σκεφτεί μια γυναίκα τις σπουδές και την επαγγελματική της σταδιοδρομία, αυτόνομα και δυναμικά, θεωρούνταν έγκλημα. Η Μοσχούλα είχε μάλιστα αρνηθεί το προξενιό των δικών της, που της προόριζαν για γαμπρό κάποιον ευκατάστατο. Μοιραία εκείνο το βράδυ, δίχως να έχουν καμία απολύτως συναίσθηση, οδηγήθηκαν στην αποτρόπαια πράξη. «Το αμάρτημα των γονιών μου» σκεφτόταν διαρκώς από τότε, σε μία παραλλαγή του τίτλου του διηγήματος του Βιζυηνού. Ίσως από εκεί να πήγαζε η απελπισία του. Η μαυρίλα που δεν μπορούσε να αποτινάξει με τίποτα. Τώρα όμως, η Ανθούλα φάνταζε η νέα αχτίδα φωτός στη ζωή του. Δεν θα την άφηνε να φύγει με τίποτα. Την αγκάλιασε τόσο σφιχτά, για να μην νιώσει ότι τη χάνει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Την έχει τόση ανάγκη. Μα, μπορούσε να είναι αληθινή;

Πολύ πριν την Ανθούλα, το άλλο του το στήριγμα το είχε βρει εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια, τη Ρόξυ. Η Ρόξυ ήταν ένα ημίαιμο θηλυκό κουτάβι το οποίο είχε περιμαζέψει μία μέρα επιστρέφοντας στο βουνό. Ήταν ο πιο πιστός του σύντροφος όλα αυτά τα χρόνια και είχε αποτελέσει μία ψυχολογική τόνωση, με αποτέλεσμα την αισθητή μείωση των εξαρτήσεων. Ένα βράδυ μάλιστα τον είχε σώσει από επίδοξους ληστές τους οποίους και κυνήγησε μέχρι εξαφανιστούν για τα καλά. Τώρα, η Ρόξυ, γέρικη πια μα ακόμα πιστή, ήταν μαζί του σε εκείνο το διαμέρισμα που είχε νοικιάσει με την Ανθούλα.

Η Ανθούλα δούλευε ως καθηγήτρια μαθηματικών σε ένα γειτονικό σχολείο της περιοχής όπου διέμεναν. Εκείνος αναζητούσε μανιωδώς εργασία, οποιασδήποτε φύσεως, μιας και οι πενιχρές του γνώσεις δεν του επέτρεπαν να έχει και πολλές απαιτήσεις. Αλλά ακόμα και αυτοί που τις είχαν δεν ήταν εύκολο πολλές φορές να βρουν. Είχε αρχίσει εδώ και χρόνια να αναρωτιέται. Τελικά τη σήμερον εποχή είναι καλύτερο να έχεις γνώσεις ή να μην έχεις; Να έχεις πτυχία ή να μην έχεις; Παράλληλα με την προσπάθεια για εύρεση εργασίας ωστόσο, πήρε την απόφαση να ξεκινήσει ξανά το σχολείο, να διεκδικήσει ένα όνειρο που κάποτε είχε εγκαταλείψει: να σπουδάσει δημοσιογραφία! ΌΝΕΙΡΟ; Η προτροπή της Ανθούλας τον έκανε να ξαναπιστέψει, να ελπίσει και πάλι. Η παρουσία της η οποία ήταν από μόνη της Θεού δώρο, ένα όνειρο θερινής νυκτός, υπήρξε αρκετή για να αλλάξει σκέψη, να θυμηθεί τον εαυτό του ως παιδί, τα θέλω του, τις ελπίδες του, τα όνειρά του. Είχε πάψει χρόνια να θεωρεί τον εαυτό του τυχερό. Κι όμως τώρα είχε αναζωογονηθεί ολόκληρος, είχε εκτιμήσει πως τελικά ναι, είναι τυχερός!

Ένα μοιραίο πρωινό, η Ανθούλα γύρισε νωρίτερα στο σπίτι καθώς ήταν ημέρα απεργιακών κινητοποιήσεων, με αποτέλεσμα να φύγουν κιόλας από τις δέκα. Μπαίνοντας μέσα, είδε τη Ρόξυ, στραμμένη προς την πόρτα, να είναι ξαπλωμένη και να κουνάει την ουρά της για τελευταία φορά. Τα προχωρημένα γηρατειά είχαν καταπονήσει εδώ και καιρό το ταλαίπωρο ζωντανό, το οποίο μεταξύ των άλλων είχε απολέσει την όρασή του. Από τα χειρότερα πράγματα που μπορούν να συμβούν σε ένα σκύλο. Όταν γύρισε εκείνος είδε την Ανθούλα να κλαίει με λυγμούς πάνω από το σχεδόν ξεψυχισμένο πλέον σκυλί του. «Ρόξυ» φώναξε περίλυπος με την σκυλίτσα να βρίσκει δύναμη να στέκεται για πολύ λίγο στα πόδια της, κάτι σαν αποχαιρετισμός και μετά να σωριάζεται στο πάτωμα μπροστά στο αφεντικό της. Ένιωσε αδύναμος και πάλι. Κατέρρευσε. «Ευτυχώς! Ευτυχώς έχω ακόμα την Ανθούλα!» σκέφτηκε ενώ σκούπιζε τα βουρκωμένα μάτια του. Μα όταν τα σκούπισε η Ανθούλα πουθενά! Ένας κρύος ιδρώτας ένιωσε να λούζει το πρόσωπό του.

Ιδρώτας είχε περιλούσει όλο του το σώμα και μόλις σκουπίστηκε άνοιξε τα μάτια. Έβλεπε απέναντι το δάσος, την ώρα που ο καύσωνας του πιλάτευε το κορμί. Ήταν πάλι εκεί. Στο βουνό. «Τι στο καλό;» αναφώνησε κι έτρεξε εμβρόντητος έξω από το σπιτάκι του. «Ανθούλα… Ανθούλα» φώναξε. Η Ρόξυ έτρεξε περιχαρής προς το μέρος του κουνώντας την ουρά της. «Ρόξυ;» είπε αγκαλιάζοντας το σκυλί του. «Ώστε όνειρο ήτανε, είμαστε πάλι οι δυο μας. Όνειρο.. Όνειρο θερινής νυκτός» είπε κλαίγοντας με αναφιλητά την ώρα που ο απορημένος σκύλος του τον πλησίασε και του έγλειφε τα δάκρυα, θαρρείς και τον παρηγορούσε, προσπαθώντας να του απαλύνει τον πόνο. «Όνειρα και αηδίες! Να πάρει η ευχή να πάρει.» είπε σφίγγοντας τη γροθιά του. Δεν ήθελε να ξανακούσει για όνειρα. Αυτά του είχαν πάρει την Ανθούλα. Αυτά τον έκαναν να ελπίσει τυφλά, ψεύτικα. «Ρεαλισμός! Ωμός ρεαλισμός! Δεν θα ονειροβατήσω ποτέ ξανά! Δεν υπάρχει ευτυχία! Κάποιοι άνθρωποι απλά είναι τυχεροί και τα έχουν όλα, εγώ είμαι άτυχος και δεν έχω τίποτα» μονολόγησε, ενώ η Ρόξυ ήρθε μπροστά του κουνώντας και πάλι την ουρά. «Σωστά έχω εσένα» της είπε.

Δύο μήνες μετά, αναγκάστηκε να κατηφορίσει προς την πόλη. Έπρεπε να κανονίσει κάποιες λεπτομέρειες με την εφορία (δυστυχώς, όταν έχει να κάνει με εφορία δεν είναι ποτέ λεπτομέρειες) και κυρίως να έρθει σε επαφή με νέους μεσάζοντες με τους οποίους θα ξεκινούσε συνεργασία προκειμένου να αξιοποιήσει καλύτερα σε σχέση με τους προηγούμενους την άφθονη παραγωγή του. Αφού έκανε τις δουλειές του είπε να περπατήσει λίγο στην πόλη που κάποτε σιχαινόταν τόσο πολύ. Βαθιά μέσα του, κι ας μην το ομολογούσε, είχε μία μύχια ελπίδα. Προχωρώντας λοιπόν, έβλεπε συνθήματα γραμμένα με σπρέι στους τοίχους: «ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ» εκνευρίστηκε τόσο πολύ. «Αξίζει να ζεις για ένα ψέμα;» μονολόγησε. Ακολούθως, ένα πανό με τεράστια γράμματα: «ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΝΩΣΗΣ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ (ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ)». Απορημένος σκεφτόταν: «Αυτοί οι νεολαίοι… Όλο καταλήψεις κι αηδίες… Και ποια όνειρα; Δεν τους έχει πει κανείς ότι πρέπει να είναι προσγειωμένοι στην πραγματικότητα; Ονειροβάτες κι αφελείς» Παρακάτω όμως βλέποντας πάλι ένα σύνθημα γραμμένο στον τοίχο δεν άντεξε και βούρκωσε: «ΑΡΑΓΕ ΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΓΙΝΕΙ;».

Έπειτα από τέσσερις μήνες είχε αλλάξει τελείως ζωή. Πήρε την απόφαση και μαζί με την Ρόξυ μετακόμισαν στην πόλη, σε ένα διαμέρισμα αρκετών τετραγωνικών. Εκείνο το σύνθημα του είχε μεταστρέψει τελείως τις σκέψεις. Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί. Θυμήθηκε την επιθυμία του να σπουδάσει δημοσιογραφία. Παρέα με μία πρόχειρη ενασχόληση που του έδινε τη δυνατότητα να βγάζει τα προς το ζην, είχε πάει σε ένα σχολείο δεύτερης ευκαιρίας προκειμένου να διεκδικήσει τις πιθανότητές του να περάσει στη σχολή της αρεσκείας του. Είχε αλλάξει ουσιαστικά τρόπο ζωής και αυτό του είχε βγει σε καλό. Οι άνθρωποι της γειτονιάς του τον είχαν κατασυμπαθήσει ενώ ο ίδιος σκεφτόταν πλέον με πολύ θετικό και αισιόδοξο τρόπο απέναντι σε κάθε δυσκολία, ενώ δεν παρέλειπε να βοηθάει τους άλλους. «Γίνε εσύ η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο» ήταν το πρόταγμα του Γκάντι και συνάμα με ένα άλλο το οποίο δεν θυμόταν ποιος το είχε διατυπώσει, τα είχε πάντα στο μυαλό του και πορευόταν με αυτά: «Οι σκέψεις σου είναι οι αρχιτέκτονες του πεπρωμένου σου».

Πέρασαν εφτά χρόνια από τότε και πλέον είχε αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο αποκτώντας το πτυχίο που τόσο πολύ ήθελε. Επιστρέφοντας στο σπίτι η Ρόξυ σε πολύ προχωρημένα πλέον γηρατειά του κούνησε την ουρά, «πανηγυρίζοντας» κατά κάποιον τρόπο μαζί του για την επίτευξη του στόχου του. Οι γείτονες ο ένας μετά τον άλλον τον συνεχάρησαν και τους είχε καλέσει όλους για ένα τραπέζι γιορτινό το βράδυ. Αυτό που τον είχε χαροποιήσει κυρίως ήταν το γεγονός ότι  πολύ γνωστή εφημερίδα του είχε προσφέρει ένα καλό συμβόλαιο και θα έπιανε από την επόμενη κιόλας δουλειά, χωρίς να βρεθεί το πτυχίο του στον κάλαθο των αχρήστων. Ωστόσο, όπως και στο όνειρο εκείνο της θερινής νυκτός, η χαρά και η λύπη είναι δύο καταστάσεις που η μία ακολουθεί συχνά την άλλη. Η Ρόξυ έτρεξε στην αγκαλιά του, τον κοίταξε στα μάτια και βγάζοντας έναν μικρό λυγμό άφησε την τελευταία της πνοή, αποχαιρετώντας για πάντα το αφεντικό της.

Στις εννιά η ώρα ήταν το τραπέζι και εκείνος συνέχισε τις προετοιμασίες. Οι γείτονες τον παρότρυναν να το αναβάλει. Πληροφορήθηκαν το θάνατο της Ρόξυ και γνώριζαν καλά πόσο του στοίχισε η απώλεια του καλύτερου συντρόφου του όλα αυτά τα χρόνια. Ωστόσο, εκείνος επέμεινε. Το χρειαζόταν και ψυχολογικά. Να μη μείνει μόνος. Ξανά μόνος όπως χρόνια πριν. Έτσι, όλα ήταν πλέον στην εντέλεια και το τραπέζι έτοιμο για να υποδεχτεί τους καλεσμένους του.

Η γειτόνισσα, η κυρία Αρχόντω ήταν η μόνη που είχε καθυστερήσει. Πάντοτε τον συμπαθούσε πάρα πολύ αλλά κι εκείνος. Ήταν η πρώτη που γνώριζε πόσο του είχε στοιχίσει αυτός ο θάνατος, αλλά η αλήθεια είναι πως γνώριζε και ο ίδιος πως αργά ή γρήγορα θα ερχόταν. Το δύσκολο ήταν το δέσιμο που είχε με αυτό το ζωντανό. Η κυρία Αρχόντω χτύπησε το κουδούνι περιχαρής με μία ανθοδέσμη και δώρο ένα κάδρο για να βάλει τη φωτογραφία από την ορκωμοσία του. Μαζί όμως είχε και μία άλλη έκπληξη: «Από εδώ η ανιψιά μου. Είναι συνάδελφός σου, δημοσιογράφος, αρκετά πεπειραμένη, ασχολείται όμως κυρίως με το οικονομικό ρεπορτάζ. Δουλεύει σε μία εφημερίδα πανελλήνιας εμβέλειας. Πιστεύω θα έχετε πολλά να πείτε» του είπε χαμογελώντας. Εκείνος αντάλλαξε χειραψία μαζί της: «Αλέξανδρος, χαίρω πολύ! Το όνομά σου;» την ρώτησε αδημονώντας για μία απάντηση που θαρρείς και πρόσμενε χρόνια: «Ανθούλα» είπε εκείνη. Το όνειρό του… Αυτό που φάνταζε όνειρο θερινής νυκτός έγινε τελικά πραγματικότητα! «Χάρηκα, έχουμε όντως πολλά να πούμε!»

 

_

γράφει ο Νίκος Πουλικίδης

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος