Παρέδωσες τα όνειρά σου στον άνεμο

έτσι απλά, για να τα ταξιδέψει.

 

Έδωσες την καρδιά σου στη βροχή

ευελπιστώντας να ποτίσει με την ανάσα της

τις αδιόρατες σιωπές της ευαισθησίας σου.

 

Έδωσες στα αστέρια την καρδιά σου

να την φωτίζουν, να την κρατάνε ζεστή

τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα της.

 

Ύψωσες την ψυχή σου στη Σελήνη

για να της κρατά τις ατέλειωτες νύχτες, συντροφιά

να της σκουπίζει παρηγορητικά το δάκρυ.

Μα προπάντων για να την ταξιδεύει μακάρια

στον ουρανό των κρυμμένων παραδείσων,

ξεγελώντας έτσι το άλγος της μοναξιάς της

την οδύνη της μελαγχολίας της

και ίσως κάποιες από τις πικρές,

θλιμμένες της σκιές.

 

Ύψωσες την καρδιά σου, στον ήλιο

την απόλυτη συνιστώσα του σύμπαντος

την συνισταμένη της ίδιας, της ύπαρξής μας.

Για να αποστάζει λυτρωτικά τη λύπη

και να ιχνηλατεί διακαώς

την ατέρμονη παρτιτούρα των ονείρων σου.

 

Ύψωσες την καρδιά σου, στο απόλυτο τίποτα.

Και συνέχισες απτόητος

τον βαθύ, μακάριο ύπνο σου …

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος