ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ

10.05.2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

(Από την ποιητική του συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Αθήνα 2006»)

 

 

ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ

 

Ἐδῶ πού κυνηγῆσαν τίς αἶγες τοῦ πέλαγου οὐράνια κόρνα

καί τά τετράδυμα ρύγχη τῆς νύχτας κροτάλιζαν.

Ριπίζοντας τά πλοκάμια τοῦ πόντου

τά σπασμένα κλαδιά τοῦ γαρμπῆ καί τοῦ σορόκου

καί κεῖνο στή μέση τό δέντρο

τοῦ Ἀβεσαλώμ.

Ἐδῶ πού ἀστράβαν οἱ τροπικοί κρατῆρες

τά δάση τεφρώνοντας μετάρσιων ὑφάλων

καί τόν ἄρτο κόβανε τῆς ὀμίχλης μεσάνυχτα

σταυροπόδι οἱ μῆνες.

Ρωγμές κίτρινες καί φλογωπές καί χάσματα

ἀπό ὀσμές θείου. Σκοτωμένο φῶς.

Ἐδῶ ἐκαθήσαμε καί ἐκλάψαμε παλαιῶν ἡμερῶν

τίς ἡγεμονίες καί τά ζώδια κατοικίδια.

Ὦ τροπές ἀλογάριαστες σέ τάξη γεωμετρική.

Πού ζήσαμε

ἀκούγοντας παραμύθια πλησίστια

καί τόν ἀηδονισμό τῶν νερόμυλων.

Πού ζήσαμε

τό νόημα τῶν βουνῶν ἀσάλευτων φυλλομετρώντας

ἤ πού τή λήκυθο φυλάγοντας τῆς νηνεμίας

καταμεσίς στή λυσίκομη πιλαλίστρα τοῦ Αἰγαίου.

Τόν τρίτο αἰῶνα τῆς δυναστείας τοῦ γλαυκοῦ.

Μέ τούς σηματωρούς στά ἀπύλωτα μέτωπα

νά ἀνασκολπίζουν τόν χάρτη τῆς καταιγίδας

καί σάν φτερούγα ὁ ἥλιος τίς γειτονιές τίς πρῶτες

καί τά λατομεῖα τοῦ πράσινου κρούγοντας.

Μέ τις ἀκανθυλλίδες στό κηπαῖο συρματόπλεγμα.

Πῶς ζήσαμε.

Καιρός πού πληρώνεται καί καιρός που πληρώνει.

Τίς ἀρχαῖες ἀποσφραγίζοντας γραφές καί τίς μαντεῖες

καί τά πυρφόρα πουλιά σέ ἀποδημία καλεῖ

ἀπό τό ἀντιπρανές σταλμένα τῶν χρυσανθέμων.

Ὅτι ἄσπαστη παλινοστεῖ ἡ μυθική κλαγγή

καί τόν θρίαμβο πάλι

στό βαθύ βημάτισμα μεταμορφώνει τῶν λεγεώνων.

Ἐκεῖ ὅπου ἔφεγγαν ἄλλοτε

μουσικές σκίζες τό καλοκαίρι.

 

Το ποίημα ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ από την ποιητική του Συλλογή «ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη δημοσιεύεται στο δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net κατόπιν αδείας της συζύγου του και καθηγήτριας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικολίτσας Γεωργοπούλου - Λιαντίνη, η οποία είναι κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων. Περισσότερα για τον Δημήτρη Λιαντίνη μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα liantinis.gr.

Οι προσφορές των εφημερίδων

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Με ειρήνη

Με ειρήνη

Πουλί, λευκό πανάκι πλεούμενο βαρκούλα περιστέρι πετούμενο να φέρει την ειρήνη πέρα απ' το πέλαγο να δώσουμε τα χέρια αδελφοσύνης ταίρια να ενώσουμε τον κόσμο με αγαπόσχοινο να γεμίσουνε οι κάννες με γιασεμιά να μην κλαίνε πια οι μάνες για τα παιδιά οι πατρίδες να...

Τί δουλειά

Τί δουλειά

Τί δουλειά έχω εγώ εδώ όλα ξένα κι ανοικεία πώς να φερθώ τί να είπω της καρδιάς μου ακούω έναν χτύπο «φύγε γρήγορα δεν ανήκεις εδώ όσο κι αν σ’ επαινούν όσο κι αν σε εκτιμούν δεν ανήκεις εδώ δύσκολο να μάθεις τώρα όσα έμαθαν μικροί όσα κι αν απέκτησες όσα κι αν τους...

Πού να αναπαυτεί το βλέμμα;

Πού να αναπαυτεί το βλέμμα;

  Κατάκοπος ο νους απόθεσε απέναντι το βλέμμα στου γέροντα την όψη Ανέβασα πάλι πυρετό το παιδί θέλει παπούτσια τηλεφώνησε η Μαρία Ήρεμος ο παππούς στη μοναξιά του σε συνομιλητή αόρατο μοιάζει να ψιθυρίζει Το τιμολόγιο ανείσπρακτο αγάπη μου, της είπα Μα όχι, έχει...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου