Ένα πουλάκι κάθεται

επάνω στο κλαδί
κοιτά τη φύση γύρω του
και σιγοκελαηδεί.
Τη βλέπει πόσο όμορφη
φαντάζει κάθε μέρα
μέσα στου ήλιου τη χλιδή,
στο κρύο του αέρα.

Δεν την τρομάζει τίποτε
καμαρωτή φαντάζει,
κοιτά τον κόσμο γύρω της
και βαριαναστενάζει.
Και τη ρωτάει το πουλί
με το δικό του τρόπο
“Τι σε φοβίζει φύση μου
σε τούτο δω τον τόπο;”

“Τίποτε δεν με φόβιζε
καμαρωτή κοιτούσα,
κανέναν άνθρωπο στη γη
δεν τον κακολογούσα.
Άνθρωποι είναι έλεγα
λάθη πολλά θα κάνουν,
μα απ’ ότι ακούω γύρω μου
τώρα το παρακάνουν.

Καθημερνά πειράματα
νέες ανακαλύψεις
ισοπεδώνουν γύρω μας
τις ομορφιές της φύσης.
Αυτή είναι η αιτία κι αφορμή
και της δικής μου θλίψης
γιατί φοβάμαι πως κι εσύ
μια μέρα θα εκλείψεις.

Θα πάψεις να μου τραγουδάς
με τη γλυκιά φωνή σου,
κλωνάρι δέντρου να πιαστείς
θα ψάχνεις, ναι, θυμήσου!
Όπου γυρίσεις γη καμένη,
άρχισαν οι ξεριζωμοί.
Ακούς τη γη;
Βαρυγκωμεί, βαρυγκωμεί!”

_

γράφει η Μηλιά Τσομπανίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!