«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων,
αγάπην δε μη έχω,
γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.
Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν,
και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν,
αγάπην δε μη έχω,
ουδέν ειμί…»
Απόστολος Παύλος, Προς Κορινθίους Α' Επιστολή,

Α-γά-πη. Συλλαβίζουμε μαζί με δέος μια τρισύλλαβη λέξη ιερή και αναντικατάστατη. Την ονομάζουμε συχνά μα σπάνια καταλαβαίνουμε το μεγαλείο της. Είναι από εκείνες τις λέξεις που θεριεύουν τον κήπο της καρδιάς και ανθίζουν ό,τι σπόρι του πετάξεις. Η αγάπη είναι η Άνοιξη που νικά τον όποιο Χειμώνα έχει διαβεί τον δρόμο μας. Είναι το κλειδί σε εκείνη την πόρτα που δυσκολευόμαστε πάντα να ανοίξουμε για να μπούμε σε εκείνο το δωμάτιο που κρέμονται τα θέλω μας. Οι ελπίδες μας. Οι στεναχώριες μας. Τα όνειρά μας. Είναι η εσωτερική μας φωνή. Είναι το όπλο μας. Η Αγάπη είναι ευτυχία…

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς;
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς;
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς;
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς... 
Οδυσσέας Ελύτης, Μονόγραμμα

Η αγάπη δεν πουλιέται. Δεν αγοράζεται. Δεν εξαγοράζεται. Δεν δανείζεται. Δεν διαγράφεται. Δεν παραγράφεται. Δεν θυμώνει. Δεν μαλώνει. Δεν εκδικείται. Δεν μισεί. Δεν φθίνει. Δεν στερεύει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει…

Αν κάποτε πεθάνω, μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»: εσύ θα με βρεις στην αναπνοή του αγέρα, στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.
Αν κάποτε πεθάνω, μη διαβάσεις ποτέ το όνομά μου σε πέτρα: εσύ θα ξέρεις να μ’ ακούσεις στον αχό της άνοιξης και στην επιμονή του ήχου της βροχής.
Αν κάποτε πεθάνω, μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε: σκέψου πως θα σε περιμένει, σ’ άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου
Μαρία Λαϊνά, Δ’ Θριαμβικό – Επέκεινα

Αγάπη. Ο τρόπος που πλησιάζουμε τον άλλον και γινόμαστε καθρέφτες, καθρεφτίζοντας την ίδια μας την ψυχή. Ο τρόπος που πλησιάζουμε τον διπλανό μας με χέρι αγνό και ακουμπάμε πάνω στην πλάτη του. Ο τρόπος που γινόμαστε προέκταση και επέκταση δική μας και των άλλων. Ο τρόπος που νιώθουμε τον πόνο, τον θυμό, την χαρά την λύπη του διπλανού μας. Ο τρόπος που ενώνουμε τις ψυχές μας και γινόμαστε ένα. Ο αξεπέραστος τρόπος που το παζλ των ανθρώπων φτιάχνει εκείνη την μοναδική εικόνα. Με το διάχυτο φως να εισέρχεται ανάμεσα στα κομμάτια και να το μετουσιώνει σε πλάκα χρυσού από εκείνες που δεν φυλάσσονται σε θησαυροφυλάκια μα στα γνήσια μέρη της καρδιάς.

Θα ᾿θελα να φωνάξω τ᾿ όνομά σου, Αγάπη, μ᾿ όλη μου την δύναμη.
Να τ
᾿ ακούσουν οι χτίστες απ᾿ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν
᾿ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ
᾿ ακούσει η Άνοιξη και να ᾿ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές, τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες
να τ
᾿ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε μ᾿ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα χέρια τους.
Τάσος Λειβαδίτης, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας – V

Αγάπη. Δεν την φωνάζει κανείς μα κάνει ηχώ. Τρέφεται εκ των έσω και προσφέρει δίχως ανταλλάγματα. Αγάπη. Εκείνη που μαλακώνει το νου. Ομορφαίνει τη μέρα. Μερεύει τη νύχτα. Βαστά το χέρι στο σκοτάδι και δίνει το δικό της φως. Να βλέπει ο νους, να προχωρά η σκέψη, να σκίζεται η μοναξιά στα δυο, στα τρία, στα τέσσερα.

Κι ήμουν στο σκοτάδι.
Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Κώστας Καρυωτάκης, Αγάπη

Αγάπη. Εκείνη που δεν ξεχνά. Εκείνη που θυμάται. Εκείνη που νοσταλγεί. Εκείνη που συγκινείται. Εκείνη που πονά. Εκείνη που δακρύζει. Με δάκρυα όμορφα, αγνά, καταλυτικά. Αγάπη που ονομάζει τους ζωντανούς μα και τους πεθαμένους. Αγάπη που δεν ξεχωρίζει το πέρασμα αυτό. Τι κι αν περνά η ζωή τι κι αν δεν υπάρχει αθανασία; Αθάνατοι μένουν όσοι κατοικούν στην καρδιά μας. Αθάνατα μένουν όσα έπλεξε η καρδιά μας, φώλιασε βαθιά μέσα της και τα έκανε δικά της παιδιά. Ανθρώπους, ιδέες, αξίες... 

Αυτό το αίσθημα της αγάπης, είναι σαν ένα κλίμα αθανασίας μέσα στον άνθρωπο. Περισσότερο από τη μουσική, από την ποίηση κι από την επιστήμη, νομίζεις πως ενώνει τα τέσσερα σημεία του σύμπαντος μέσα σου.
Αγάπη σημαίνει πληρότητα.
Μια πληρότητα που ξεχειλίζει την ιερότητά της και πολλές φορές αναβλύζει σε δάκρυα...
Νικηφόρος Βρεττάκος, Απόσπασμα από το έργο του «Δυο άνθρωποι μιλούν για την Ειρήνη του κόσμου»

Αγάπη λοιπόν. Των παιδιών. Των γέρων. Των ανθρώπων. Εκείνη που δεν υποκρίνεται. Δεν χωρά σε εκδηλώσεις δήθεν έκφρασης της. Σε φιλανθρωπίες και γλυκανάλατα γκαλά. Δεν κραυγάζει. Δεν φαντάζει. Δεν γυαλίζει. Δεν αντιγράφεται. Δεν ρευστοποιείται. Δεν παίζει στα κανάλια. Δεν βγαίνει στα παράθυρα. Δεν φοριέται. Δεν είναι της μόδας. Αγάπη. Δεν είναι Χριστουγεννιάτικη. Μα ούτε και δέντρο Χριστουγεννιάτικο να λάμπει από τα μέσα του Νοεμβρίου, να ξεστολίζεται μετά του Αη Γιαννιού, να πακετάρεται και να τρυπώνει στο πατάρι μέχρι να ξαναέρθουν οι επόμενες γιορτές.  Συνηθίσαμε να την προβάλλουμε ως ζητιάνα τέτοιες μέρες. Απλώνει το χέρι της και ζητά ελεημοσύνη. Αυτές τις μέρες, την ξεφτιλίζουμε ζητώντας από τον κόσμο να αγαπήσει, τους γονείς του, τα παιδιά του, τους ηλικιωμένους, τους φτωχούς, τους πρόσφυγες, τους ταλαιπωρημένους από τη ζωή. Προβάλλουμε στα κανάλια διαφημιστικά μηνύματα για συλλόγους υγείας και κοινωνικής προστασίας, φοράμε τα καλά μας και ρίχνουμε τον οβολό μας σε χέρια μαυρισμένα, σε ψυχές μαραμένες, χαϊδεύοντας και πάλι την γούνα της ματαιοδοξίας μας, φορώντας την μάσκα της ανθρωπιάς με ένα χυδαίο εορταστικό εαυτό.

Η Αγάπη  δεν θέλει γιορτές.  Η  Αγάπη είναι η ίδια γιορτή. Η Αγάπη δεν θέλει φιλανθρωπίες ούτε τις λιγοστές χριστουγεννιάτικες ανθρώπινες πράξεις μας. Η Αγάπη είναι ανθρωπιά από μόνη της. Μπαίνει στην τσέπη της καρδιάς. Κι όποιος την έχει αγαπά. Κι όποιος αγαπά αγαπιέται... δίχως γιρλάντες και ασημόσκονες.

Si vis amari, ama
Σενέκας, Ρωμαίος φιλόσοφος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!