Φωτογραφία: Μάχη Τζουγανάκη

Κυριακή, 19
Γαλήνη σαν της Κυριακής που λείπουνε όλοι
σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.
Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη - Οδυσσέας Ελύτης

 

Στο πιο όμορφο νησί του κόσμου. Μια ανάσα χωριό. Ίσα που θα μπεις ίσα που θα βγεις. Μια μικρογραφία. Στο χάρτη καμιά φορά παραλείπεται. Με καρυδιές που κιτρινίζουν και μαυρίζουν τα δάχτυλα. Ένα αραχνιασμένο σχολείο. Κούνιες σιδερένιες που λείπουν. Ένας δρόμος που περνά από ασβεστώματα που επιμένουν να γιορτάζουν την Παναγιά. Σπίτια που μυρίζουν κρασί και λάδι και τσικουδιά. Μια εκκλησιά να δεσπόζει εκεί στη μέση του, η μητρόπολη και άλλη μια να γιορτάζει κάθε τ’ Άη Γιώργη με τα σφαχτά και τα μαγειρευτά να ευλογά τους χωριανούς που δουλεύουν σκληρά. Τα κουδούνια από τα πρόβατα ανταγωνίζονται τα μεγάφωνα των πλανόδιων. Ρούχα, πλαστικά, ψωμί και ψάρια κι ο μανάβης ο αξημέρωτος με την παλιά κασέτα. Κάτω από το φυλαγμένο κεφαλομάντηλο και τα ελάχιστα στιβάνια πια, φοριέται ακόμα η περηφάνια, μα πιο πολύ η ανάμνηση.

Μέσα στις αυλές σε σεντούκια κρυφά, άλμπουμ για τους αγαπημένους. Τόσα σ’ αγαπώ μέσα σε χούφτες που μετράνε τις εποχές. Μια, δυο, τρεις… Μέσα στις παλάμες τις ζεστές που φοράνε τα χρόνια. Ένα δύο, τρία, τέσσερα… πέντε.

Ο αέρας να φυσά. Λίγο πιο πίσω. Τον πόνο.

Ο αέρας να φέρνει. Λίγο πιο κοντά τη θύμηση.

Σε κράτησα στην καρδιά. Σε έκανα φυλαχτό. Μια για μένα και μια για εκείνον. Σε τούτο το μικρό χωριό. Στο πιο όμορφο νησί του κόσμου. Σε σχημάτισα δικό μου νησί. Σε ονόμασα αγάπη.

Εύκολα που πέρασες στην αθανασία των λέξεών μου…

 

(εις μνήμην)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!