Ανέστιος

2.12.2016

kefalas_2-12-16

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!»

Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)

 

Ανασήκωσε τον γιακά του μάλλινου παλτού του και έβαλε με ανακούφιση τα χέρια στις τσέπες. Ριπές ψυχρού αέρα χάιδευαν τα μάγουλα του κι έκαναν τις τούφες από τα μαλλιά του να χορεύουν εκστατικά. Ερχόταν κύμα κακοκαιρίας (χιονιάς που ΄λεγαν οι παλιοί) είχαν ανακοινώσει τα δελτία καιρού την προηγούμενη. Η ψύχρα που έπεφτε καθώς νύχτωνε το επιβεβαίωνε. Το μόνο που απασχολούσε το μυαλό του, όσο περίμενε στη στάση του λεωφορείου, ήταν η σπιτική του θαλπωρή. Αδημονούσε να φτάσει στο ζεστό του καταφύγιο, να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα και να αποχαυνωθεί μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Κοίταξε ανυπόμονα τη φωτεινή ηλεκτρονική ταμπέλα με τα δρομολόγια. Τα πέντε λεπτά που είχαν απομείνει του φάνταζαν αιώνας…

Σαν ήρθε επιτέλους το όχημα βιαστικά κινήθηκε προς το μέρος του μα πριν προλάβει να μπει το δρόμο του έκλεισε ένας άνδρας. Είχε σταθεί να ρωτήσει κάτι τον οδηγό. Τον παρατήρησε φευγαλέα προτού τον προσπεράσει και μπει στο μέσο που θα τον μετέφερε στον μικρό του επίγειο παράδεισό. Μαλλιά και γένια λιγδιασμένα, φόρμα λερή, παπούτσια σκονισμένα κι ένα παράταιρο πολύχρωμο μπουφάν. Τα χέρια του ήταν σκασμένα από το κρύο και τις κακουχίες του δρόμου.  Κούνησε με συγκατάβαση το κεφάλι. Ένας από τους τόσους ‘νεόπτωχους’ ανέστιους που είχαν γεμίσει τα τελευταία χρόνια κάθε γωνιά του κέντρου και που η εικόνα τους του είχε γίνει (αλίμονο) τόσο οικεία… Σαν ξεκίνησε το λεωφορείο του έριξε και πάλι ενοχικά  μια ματιά μέσα από τα θαμπά τζάμια του λεωφορείου. Τον είδε να κατευθύνεται σα χαμένος προς τη μικρή πλατεία προφέροντας μέσα από τα δόντια του ικεσίες σε λησμονημένες εφέστιες θεότητες. Ειρωνική φάνταζε η στάμπα στο πίσω μέρος του μπουφάν του με τους ολυμπιακούς δακτυλίους, απομεινάρι μιας μακρινής εποχής…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Μα εγώ… ξέρω

Μα εγώ… ξέρω

Χτες το μεσημέρι, πήδηξε από τον 5ο ένας παππούς. Σκεπασμένος με μια κουβέρτα, λίγη ώρα μετά, στο αίμα μουσκεμένη,  να κρύβει το παράταιρο θέαμα της σπασμένης μαριονέτας. Φωνές, ασθενοφόρα, κόσμος. Κόσμος… κουτσομπολιά … μα εγώ ξέρω Ανέβηκα στην ταράτσα και κοίταξα...

5. Πού είναι;

5. Πού είναι;

«Είναι μαζί σου;», τη ρωτά εξερευνώντας τον κόσμο τριγύρω της. «Τι να είναι μαζί μου;», αποκρίνεται η Καίτη νιώθοντας τα πόδια να μουδιάζουν. «Η Πηγή είναι μαζί σου; Πού είναι;», συνεχίζει και το παγωτό γλιστρά από το χέρι. Συνειδητοποιεί πως το κινητό είναι ακόμη...

5. Πού είναι;

4. Το παγωτό στο χέρι

«Αυτή είναι μία από τις εισόδους της Παλιάς Πόλης», λέει ο Πρόδρομος δείχνοντας την κεντρική πύλη. «Έναν καφέ, αγναντεύοντας αυτά τα τείχη, τον πίνω με μεγάλη ευχαρίστηση», ολοκληρώνει κλείνοντας το μάτι στη μικρή που τον παρατηρούσε μέσα από τον καθρέφτη. Αυτό ήταν...

Προσμονή

Προσμονή

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!» Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)   Ξημερώματα. Παραμονή της Παναγίας... Μήτε σε Παναγίες μήτε σε Χριστούς πίστευε η Λένα. Μικροαστισμός η θρησκεία, αποκούμπι για τους αδύναμους. Δεν είχε ανάγκη τον Θεό...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Προσμονή

Προσμονή

«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί να ζήσεις!» Χ. Ντ. Θορώ (1817-62)   Ξημερώματα. Παραμονή της Παναγίας... Μήτε σε Παναγίες μήτε σε Χριστούς πίστευε η Λένα. Μικροαστισμός η θρησκεία, αποκούμπι για τους αδύναμους. Δεν είχε ανάγκη τον Θεό...

5. Πού είναι;

3. Στο νησί

Αύριο Το πλοίο προσεγγίζει το λιμάνι του νησιού. Οι καμαρότοι χτυπούν βιαστικά τις πόρτες στις καμπίνες, ενημερώνοντας τους επιβάτες για την άφιξη στη Ρόδο. Στα μεγάφωνα ακούγεται η επιβεβαίωση στα ελληνικά και σε δύο ακόμη γλώσσες. Ο Πρόδρομος γυρνά πλευρό και κοιτά...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου