Select Page

Αναμνήσεις ενός Γιάκι

Αναμνήσεις ενός Γιάκι



Το γεγονός που συνέβη κάποτε έγινε ιστορία. Ιστορίες για μικρά παιδιά, για εμάς, για εκείνους, ιστορίες να πεις, να αφηγηθείς πριν κοιμηθείς. Η ιστορία που θυμόμαστε γίνεται θρύλος, ζοφερός και τρομερός, γεννά δεισιδαιμονίες και φόβους, τρανούς εξυμνεί και ησυχάζει. Ο θρύλος σιγά σιγά, με τον καιρό παίρνει τη μορφή μύθου. Μύθος πέρα από την αλήθεια πέρα από το ρου της ιστορίας. Έτσι συνεχίζεται η ροή του χρόνου, με εμάς, χωρίς εμάς.
Ήμουν μικρός. Δεκατέσσερα νομίζω, που η πρώτη θύμηση μου φέρνει στο μυαλό τον Χενάρο, τρανός ινδιάνος, σοβαρός και εχέμυθος, ψηλός και δυνατός. Με ευγένεια με πήρε στην αγκαλιά του, όταν εγώ έκλαιγα, με πήρε σπίτι του και μου πρόσφερε ζεστασιά, τροφή να δυναμώσω, νερό να ηρεμήσω. Ο Χενάρο, με τις μεγάλες χαραγματιές στο πρόσωπο να μαρτυρούν χρόνια και εμπειρίες, μάτια ανοιχτό μπλε ουρανού, έτοιμα να σε καταπιούν, κάπνιζε και έκπνεε στοχαστικούς λόγους. Εκεί από τότε μένω, στο σπίτι του Χενάρο, το ξύλινο με τα πολύχρωμα χαλιά και τις μισοχαλασμένες καρέκλες. Τα μάτια μου έως τώρα στα δεκαεννέα μου έχουν δει πολλά περίεργα πράγματα.
Στο Μεξικό η φυλή Γιάκι κυριαρχούσε. Πόσο μάλλον αφού ήταν η μόνη που υπήρχε σε εκείνη την περιοχή. Φιλικά άτομα οι Γιάκι, τρώνε και πίνουν, διασκεδάζουν και γλεντάνε τη ζωή. Το μόνο, δίνουν προσοχή στη δύναμη του Αετού. Η προσωπική δύναμη, η δύναμη της σιωπής και πώς την εκφράζει κανείς, όχι πάντα φανερά και έξω.
Κάθε απόγευμα θυμάμαι με έπαιρνε κοντά στη φωτιά, εμένα και φίλους μικρούς. Μας έβαζε κοντά να ζεσταθούμε, μας καλόπιανε και μας χαμογελούσε. Εκεί νιώθαμε γαλήνια, στη ζεστασιά της φωτιάς κοντά και ακούγαμε. Ο άνθρωπος είναι κυνηγός, μας ψιθύριζε κάπου κάπου, παραφυλάει, περιμένει τη σωστή στιγμή, στοχεύει και μπουμ, το θήραμα είναι κάτω έτοιμο προς την υπηρεσία του. Ο κυνηγός ευγνώμων για τη φύση πλησιάζει το νεκρό ζώο και λέει τις πρέπουσες ευχαριστίες. Έτσι πρέπει να είσαι πονηρός, να βλέπεις και τα πράγματα τούμπα, και το θετικό και το αρνητικό, υπομονετικός να είσαι, όταν είναι η κατάλληλη στιγμή να δρας, αδυσώπητος εκεί που πρέπει χωρίς κρίμα, στα λόγια και στις πράξεις ευγενικός, τίποτα δεν σου χρωστάει ο άλλος.
Μεγάλη μάχη. Ερημιά απέραντη, μόνο λίγο πράσινο πίσω μας, αυτό υπερασπιζόμασταν. Οι εχθροί σαν όρμος έτρεχαν με αλαλαγμούς πάνω μας, γυμνοί όπως ήταν μόνο με το δόρυ και τη σιγουριά που αναγραφόταν πάνω τους, πρόσωπα αγριεμένα, έτρεχαν καταπάνω μας. Οι κατακτητές Ναβάχο! Τα βέλη μας δεν κράτησαν πολλούς, η μάχη δεν κράτησε πολύ. Πτώματα παντού, το χώμα και ο ουρανός κόκκινοι πια, μάρτυρες μιας καταδίκης που μας περίμενε όλους, νεκρούς και ζωντανούς. Το κάρμα άλλαξε. Εγώ σαν ο πιο μικρός έτρεχα, να δω ποιος ζει, ποιος είναι τραυματίας και ποιος σε λίγο θα τον πάρει το μεγάλο πνεύμα, να προλάβει να δει κάποιον πριν κλείσει τα μάτια. Η παράδοση λέει ότι για όλους αυτούς πρέπει να κρατάς σε ένα χαρτί τα ονόματά τους. Έτσι θα μείνουν στην ιστορία. Πήρα αρκετά, μετά από λίγο γύρισα σπίτι.
Ο Χενάρο με περίμενε πληγωμένος και σκεφτικός για το τι έγινε μόλις πριν λίγο, στο ξύλινο σπίτι, που είχε γίνει πια πέτρινο. Τον χάιδεψα, τα χέρια του, χαιρόμουν που ο ευεργέτης μου ήταν ζωντανός. Κοιταχτήκαμε λίγο στη σιωπή.
Τα όνειρά μου ήταν βάσανο, εφιάλτες τρομακτικοί. Έλεγε πως δεν ήμουν Γιάκι άνηκα σε άλλη φυλή, ότι με πήρε ο Χενάρο χωρίς τη θέληση των γονιών μου, μικρός και με έκανε με το καιρό να νιώθω σαν Γιάκι. Ήμουν Ναβάχο. Οι κατακτητές με τα κόκκινα λοφία και τη μπλε μπογιά στους κροτάφους. Ξύπνησα ιδρωμένος.
Στο Μεξικό λένε πως στα όνειρα μιλάς με τους νεκρούς. Είναι οι αλήθειες από το σύμπαν, οδός προς το αληθές. Έτσι μου είχε μάθει ο Χενάρο, έτσι πίστευα, ότι έμαθα ένα κρυμμένο από μένα μυστικό.
Το μεσημέρι φίλοι και μαθητές του Χενάρο, ο Νέστορ, ο Παμπλίτο και ο Μπενίνιο, ήταν έξω στο μπαλκόνι και μιλούσαν. Δεν άντεξα, η φουρκέτα ότι με πήραν με το ζόρι, ότι με είχαν πείσει ότι είμαι Γιάκι με εξαγρίωνε. Πήρα το δόρυ, το πρώτο που βρήκα δίπλα μου και έτρεξα στο μπαλκόνι. Δε θυμάμαι πολλά, όλα έγιναν μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Εγώ αλαφιασμένος να μπήγω το δόρυ στις κοιλιές των φίλων του Χενάρο των έως και πριν λίγο και δικών μου φίλων. Δεν αντιστάθηκαν καθόλου. Αγάπη και υπομονή μου υπενθύμιζαν, ενώ χωρίς αντίσταση δέχονταν τα χτυπήματα μου, στις πρώτες μνήμες που έχω από αυτούς το ίδιο έλεγαν. Λιγοψυχούσαν, το αίμα κυλούσε, είχε γεμίσει όλο το χώρο γύρω μου, όλο το όμορφο μπαλκόνι. Τη στιγμή που ξύπνησα από την παραφροσύνη το μόνο που άκουσα, η φωνή του Νέστορ να μου ζητάει να γράψω το όνομά του σε ένα κομμάτι χαρτί, θα επιθυμούσε να μείνει στην ιστορία, όπως κάθε Γιάκι, να μείνει ζωντανός στις μνήμες μεταγενέστερων γενεών. Έγραψα τα ονόματα και των τριών.
Κράτησα τα ονόματα, τους έδωσα νερό να πιουν. Σύμβολο καλής υγείας και οδού, ευχής έτσι να είναι όταν πάνε πίσω στη μάνα γη. Ενώ προσπαθούσα ακόμα να σκεφτώ τι έγινε, ποιος ήμουν, γιατί, εμφανίστηκε από το πουθενά ο Χενάρο, έκπληκτος να με ρωτήσει τι έγινε. Του τα είπα όλα, το όνειρο, όλο από την αρχή ως το τέλος… Αλλά δεν μπόρεσα να πω ποιος σκότωσε τους φίλους του. Πήρα φόρα και πήδηξα από το μπαλκόνι. Πήδηξα προς το δάσος το πράσινο με τα μεγάλα δέντρα που με περίμενε. Δεν ήμουν Γιάκι…
Λένε ότι δευτερόλεπτα πριν πεθάνεις περνά η ζωή μπρος από τα μάτια σου. Εμένα δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Είδα μια στάλα, ένα δάκρυ αλήθειας. Όλοι θέλουμε να μείνουμε στην ιστορία. Το όνομά μας να το θυμούνται, να μας μνημονεύουν. Έτσι κερδίζουμε την αιώνια ζωή, έτσι κοροϊδεύουμε τη θνητότητα μας. Ο αετός γραπώνει το τυφλό φίδι εύκολα.

_

γράφει ο Σπύρος Αναστασόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!