Select Page

Ανδρέας Τιμοθέου

Ανδρέας Τιμοθέου

Αντρέας Τιμοθέου

Λένε πως πολλές φορές ο τόπος που θα γεννηθεί ένας άνθρωπος τον καθορίζει, κυλάει στο αίμα του. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό ισχύει αυτό, αλλά όποτε βλέπω τον Ανδρέα Τιμοθέου, τον νεαρό κύπριο ποιητή είναι σαν να βλέπω τη θάλασσά, σαν να βρίσκομαι στη θάλασσα. Όχι όμως φουρτουνιασμένη, αλλά ήρεμη, γαλήνια. Την θάλασσα της Λάρνακας, των εφηβικών μου χρόνων. Το καλοκαίρι , τις βόλτες στις Φοινικούδες, τους πρώτες έρωτες.

Ο Ανδρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στα 1990 στη πόλη του Ζήνωνα. Αποφοίτησε από το Tμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, υπότροφος του κληροδοτήματος Γεωργίου και Μαρίας Τυρίμου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική του Γλωσσικού μαθήματος, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, σέρβικα, σλοβένικα, κινέζικα και δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Συμμετείχε σε διεθνή λογοτεχνικά φεστιβάλ και το 2014 εκπροσώπησε την Κύπρο, με διήγημά του, στη δράση Flash Europa 28 της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κίνα, σε συνεργασία με τον λογοτεχνικό οργανισμό Bookworm. Για την πολιτιστική του προσφορά τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου με τα βραβεία εις μνήμη της εκπαιδευτικού Πόπης Παπαχριστοφόρου-Κυριακοπούλου και Ανδρέα Καραγιάν εις μνήμη Καρμέλας Καραγιάν. Το 2016 βραβεύτηκε με το δικοινοτικό βραβείο ποίησης από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου. Είναι πρόεδρος της Πολιτιστικής Κίνησης Λάρνακας «Φίλοι της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού» καθώς και της Επιτροπής Πολιτισμού του «Ινστιτούτου Νέων Επιστημόνων Κύπρου».

 

Από παιδί αγαπούσε τις λέξεις ο Ανδρέας. Και τις έπαιρνε και τις έπλαθε. Η γιαγιά και ο παππούς, ο έρωτας, η αλήθεια, καταδύσεις στο μέσα του, όνειρα, προβληματισμοί, η αγαπημένη του Μαρία Κάλλας γίνονταν στοίχοι. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα θέματα όταν γράφει. Όπως ο ζωγράφος, παίρνει το πινέλο και ζωγραφίζει, έτσι και ο ποιητής Ανδρέας Τιμοθέου παίρνει την πέννα γράφει. Για οτιδήποτε του μιλήσει στη ψυχή. Αρκεί μόνο να του μιλήσει. Αρκεί να τον κάνει να νοιώσει. Γεννήθηκε ποιητής και δεν μπορούσε ούτε και θέλησε βέβαια να ξεφύγει από αυτό που η μοίρα του έγραψε.

 

Του ζήτησα να μου μιλήσει για την ποίηση και μη θέλοντας να μορφοποιήσω τα λόγια του, με τον φόβο μήπως αλλάξω κάτι, μήπως αλλάξω τον Ανδρέα τα μεταφέρω αυτούσια.

 

΄’Μέσα απ’ τη μουσική της ψυχής του ανθρώπου γράφει κανείς ποίηση. Η ποίηση είναι στιγμές πλημμυρισμένες από συναίσθημα που η ψυχή προστάζει να πάρουν μορφή, μια μορφή που αντιπροσωπεύει κάτι ξεχωριστό, μια μορφή δημιουργημένη πότε με απερίγραπτη χαρά και χαμόγελο και πότε με δάκρυ και πόνο. Η ποίηση βρίσκει αντίκρισμα καθώς αγγίζει αυτά που νιώθουμε, καθώς γίνεται πραγματικά δική μας μέσα απ’ τον κάθε στίχο. Η ποίηση χαμογελά σαν καταφέρει ν’ αγκαλιάσει τις ψυχές μας με αγάπη και μας κρατήσει συντροφιά για όσο εμείς αποφασίσουμε να τη φιλοξενήσουμε.

Αυτό ήταν το κείμενο αποτελούσε το οπισθόφυλλο του πρώτου μου βιβλίου. Από αυτό μας χωρίζει σχεδόν μια δεκαετία και η χαμένη μου αθωότητα. Η Ποίηση είναι μια διαρκής πορεία αυτογνωσίας και κατανόησης του κόσμου που μας περιβάλλει, ενίοτε και μια καταβύθιση σε όλα τα όχι και τόσο φωτεινά σημάδια της πρώτης μας ζωής. Από την ανάγκη μας να ρίξουμε σ’ αυτά λίγο φως, με την ελπίδα της ίασης, γράφονται πολλά… Κάποιες φορές και μερικά ποιήματα.

Ο χρόνος προσθέτει και αφαιρεί πολλά απ’ την αίσθησή μας για το τι είναι Ποίηση. Για μένα ένα είναι το σίγουρο, πως Ποίηση είναι ό,τι υπηρετεί την ομορφιά. Είναι ανυπόφορη η ζωή χωρίς ομορφιά και η Ποίηση μου δίνει μια ανάσα ελπίδας. ΄

 

 

ΝΑ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ ΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Να μου μιλάς με προσευχές

αν θες να δεις τα μέσα μου.

Ξορκίζω χρόνια τώρα

την τάξη των πραγμάτων

κι αγνοώ το μέτρημα

από βαθιά ανάγκη.

Ήρθαν και φύγαν άνθρωποι

κι εγώ ανόητος, παράφρων βιολιστής

ερμήνευα στο μέτρο της αγάπης.

Χαμένος ήμουν και το ήξερα

μα μια ανάμνηση φωτός

έπραττε πάντα ερήμην μου

όσα από πάντα αγνοούσα.

Ήρθανε δώρα φέρουσες

ώρες της πρώτης νιότης

μα καλντερίμι η ζωή

και πρόθυμοι σουγιάδες.

Ήταν στιγμή, αλάτι να γενεί η ζωή

όχι να νοστιμέψει

μ΄ ακέραιη να κρατηθεί

κι ας μου ’ταζε το φως σου.

Να μου μιλάς με προσευχές

αν ξέρεις από κόλαση.

 

 

ΦΑΝΕΡΩΜΑ

Τα βράδια με φιλούν νεκρές γυναίκες

μου τάζουνε μια βέβαιη ήττα,

αφήνουν ψίθυρους επάνω στον λαιμό μου

χωρίς κακία ή αφορμή

μου εμπιστεύονται ευθύνες.

Ψηλαφώ τα πρωινά

χλωμά σημάδια μέριμνας,

μύρο με λούζει η αγάπη τους.

Κι αν όσα έζησα τα νιώθω πια πολλά

αυτές δεν μ’ άφησαν ποτέ τα χέρια μου να δώσω,

μια κίνηση δική μου πρόσταζαν

σπρώξιμο για να υπάρξω.

Ξυπόλητος περπάτησα τ’ αλλοτινά μου χρόνια,

το μέγεθος των άκρων μου

παρατηρούσα να μικραίνει.

Μια θλίψη μοναχά μεγάλωνε

χωρίς μνήμη, πάντα απροετοίμαστη

ώσπου άξαφνα τη συνήθισα,

βάλθηκα να τη φιλέψω.

Έβλεπα στα μάτια τους ανθρώπους

κι ανθίζανε πουλιά απ’ τα μαλλιά μου

κελαηδούσαν λέξεις μοβ

συλλάβιζαν απώλειες, χαρταετούς και όνειρα.

Αδύνατον ν’ ακούσει η ζωή,

μόνο μια θάλασσα πιστή,

πελώρια γυναίκα

αγκάλιαζε το σώμα μου

και τα νεκρά μου χείλια.

Θαλασσοπνίγομαι

στην εξορία της αλήθειας της

μ’ αυτό τον τρόπο μελετώ

να υπομένω.

Αφροδίτη, Μαριάμ, Μαρία, γιαγιά

Παρασταθείτε μου

 

 

ΜΕΛΕΤΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ στη Μαρία Κάλλας

Μικρή απ’ το παράθυρό σου,

σε χειροκρότησαν.

Σ΄ άκουσαν στο ραδιόφωνο πρώτη φορά

σε χειροκρότησαν.

Μέσα στους πρώτους φόβους σου

οι δάσκαλοί σου

σε χειροκρότησαν.

Περνούσε ο καιρός, τα χέρια πλήθαιναν

χωρίς σταματημό

κι όλου του κόσμου τα θέατρα

σε χειροκρότησαν.

Δοξαζόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Μεταμορφωνόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Ερωτευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Έχανες τη φωνή σου κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Βυθιζόσουν μες στην κατάθλιψη κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Κηδευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.

Μα εγώ που δεν είχα δυο χέρια στα χρόνια σου

να γίνω κρότος στον κόσμο που τότε ζούσες

μαθητεύω σ’ άλλη χρήση των χεριών,

ευλαβικός συλλέκτης του προσώπου σου

τολμώ να σε αγγίζω

 

 

ΕΠΑΙΤΗΣ

Τα βράδια με καταπίνει το κρεβάτι μου.

Μες στα μοτίβα των κουρτίνων

μεταφέρω τον θάνατο

και σκέψεις για την πρώτη ζωή,

το ρημαγμένο σπίτι

κι όσα πληγώσαμε.

Επιστρέφω ένα ένα τα δώρα

μα κομμάτι ύπνου

δεν μου χαρίζεται.

Αν έμελλε να σπαταληθώ

ας αναλάμβανα και την ευθύνη.

Γύρω στο χάραμα

σωριάζονται οι θύμησες,

καταποντίζομαι να λυτρωθώ,

να με ακούσω μια φορά

δίνω υπόσχεση…

Επαίτης γίνομαι, γιαγιά,

για ένα Σου Παράδεισο.

 

 

-

Tα πιο πάνω ποιήματα του Ανδρέα Τιμοθέου ανήκουν στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ»

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος