Select Page

Ανεμώλια, του Ισίδωρου Ζουργού

Ανεμώλια, του Ισίδωρου Ζουργού

Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι εγγύηση ότι θα περάσεις καλά, θα σκεφτείς, θα χαμογελάσεις και θα νοσταλγήσεις. Τι γίνεται όμως όταν αποφασίζει να γράψει μια μορφή Οδύσσειας; Ποιος κερδίζει στην πάλη του ανθρώπου με τη μοίρα; Μα φυσικά ο αναγνώστης!

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 24 κεφάλαια (α-ω), ακριβώς όπως και τα ομηρικά έπη. Πέντε άντρες, πέντε ψυχές που άγονται και φέρονται στο σήμερα αποφασίζουν να τ’ αφήσουν όλα πίσω τους και να εξαφανιστούν, παρατούν συζύγους, έγγαμους βίους, καριέρες και απογοητεύσεις και ανοίγονται στο πέλαγο, με όχημα το σκάφος του ενός. Γιατί φεύγουν; Τι περιμένουν να κερδίσουν από αυτό το ταξίδι; Το βάζουν στα πόδια, κάνουν τους πειρατές ή ψάχνουν απαντήσεις; Με συνεχείς αναδρομές στο χτες και στο σήμερα, ο καθένας τους μας ξεδιπλώνει τα μύχια της ψυχής του, μας ανοίγει κάθε πόρτα και παράθυρο και αποκαλύπτεται η τραγική αλήθεια ως το τέλος. Συνεχείς ανατροπές στην αρχικά ήρεμη και επιφανειακή ζωή του καθενός, παραλληλισμοί με τις ιστορίες του Ομήρου, δυστυχώς κάπου κάπου κι ένας βερμπαλισμός από αγωνία να βαδίσουμε ακριβώς στα χνάρια του Ομήρου που ίσως ξενίσει κάποιους, κορύφωση και χαλάρωση.

Το πλάνο είναι να “απαγάγουν” την πρώην σύντροφο του ενός από την παρέα, η οποία ζει τώρα παντρεμένη στη Μυτιλήνη αλλά ασφυκτιά σε αυτόν τον γάμο κι έτσι κλείνουν ραντεβού να φύγει μαζί τους το βράδυ που παντρεύεται η κόρη της. Οι καλοκαιρινές διακοπές των αντρών θα διαλυθούν οριστικά όταν η γυναίκα τους κρεμάσει την τελευταία στιγμή και δειλιάσει από φόβο (η Ωραία Ελένη πρόδωσε τον Μενέλαο). Η παρέα τα μαζεύει και φεύγει, ένας θάνατος όμως πάνω στο πλοίο βάζει οριστική ταφόπλακα στα σχέδιά τους (η Κλυταιμνήστρα σκότωσε τον Αγαμέμνονα). Οι άντρες διαλύονται, ο αφηγητής όμως δεν θα τους ακολουθήσει πίσω στη ζωή τους και στη Θεσσαλονίκη, θα καταφύγει αλλού, θα βρει μια μη Ελληνίδα γυναίκα και θα κάνει έντονη και ουσιαστική σχέση μαζί της (τα χρόνια που έμεινε ο Οδυσσέας με την Καλυψώ). Η οικογένειά του όμως δεν φεύγει από το μυαλό του και μια σειρά γεγονότων τον οδηγούν πίσω στην Ιθάκη του (;) αλλά όχι και στη λύτρωση.

Πολύ καλή γραφή, και ο συγγραφέας καταφέρνει με τις στιγμές των νεαρών στο παρελθόν και με τον τρόπο που δοκιμάζονται οι σχέσεις τους τώρα στα δύσκολα, στην απόδραση, να περιγράψει και να αναπαραστήσει τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές που υπέστη η Ελλάδα το τελευταίο μισό του 20ού αιώνα. Αλήθειες και ψέματα, βαθύτερες αιτίες αλλοτρίωσης, αλλαγές στις συνήθειες (θυμάστε εσείς στα στερημένα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και του 1970 να υπήρχαν τόσοι πολλοί ρακοσυλλέκτες και τόσο μεγάλη ανάγκη να βρεθεί κάτι, έστω και μικρό, που θα εξασφαλίσει τον επιούσιο;). Οι άντρες, και το υποστηρίζω ολόψυχα αυτό, παρασυρόμαστε και όταν στριμωχνόμαστε θέλουμε να φύγουμε, πάντα ψάχνουμε μια διαφυγή. Η αμείλικτη μοίρα όμως έκανε τα σχέδια των νέων ροβινσώνων να μοιάζουν ανεμώλια, με λόγια του ανέμου δηλαδή.

Άλλο ένα καταπληκτικό κείμενο, που διαβάζεται εξίσου και από γυναίκες. Η Θεσσαλονίκη χορεύει ανενδοίαστα μπροστά στα μάτια μας, χούμε τις μεταμορφώσεις της από μαθήτρια και κοπέλα μέχρι σήμερα, παντρεμένη και νοικοκυρεμένη.

Απολαύστε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

“Ίσως οι ιστορίες των φίλων μου, οι ίδιες τους οι ζωές να είναι απλά μερικές σελίδες στο χρονικό του μεγάλου δρόμου. Είχαμε όλοι μας γεννηθεί επάνω στη μεγάλη οδό και στους παραποτάμους της. Άλλοι σε κρεμαστά μπαλκόνια επάνω από την πλατιά άσφαλτο, άλλοι σε στενούς παράδρομους κι άλλοι στους υφάλους και στις ξέρες του. Η μυρωδιά από τις όχθες είχε νοτίσει από νωρίς το δέρμα μας” (σελ. 16).

“Τι θέλω όμως απόψε και θυμάμαι όλους τους ανέμους; Πιο νέος πίστευα πως μπορείς να τους μαζέψεις και τους βάλεις στον ασκό κομμάτι κομμάτι. Πίστευα πως ήταν απλά θέμα συγκομιδής και πως ύστερα από το πατίκωμα θα κάθονταν ήσυχοι, βοτρυδόν, πολλοί μαζί όπως οι ρώγες του σταφυλιού, τακτοποιημένοι κι ήσυχοι στη σειρά τους. Ύστερα κλείνεις το σακούλι σφιχτά και ξαγρυπνάς. Κάποια νύχτα όμως που τα μάτια σου μισοκλείνουν, ο χοντρός σπάγκος χαλαρώνει. Αυτοί από μέσα βουίζουν, ακούς τον αντίλαλό τους, όμως κοιμάσαι κι όταν ξημερώνει η ζωή σου είναι αλλού, ξεκάρφωτη και ξεκούδουνη” (σελ. 38).

“Σε όλες τις εξόδους μας, τώρα που το σκέφτομαι, ήμασταν ουσιαστικά μόνοι. Ποιος έφηβος δεν είναι; Ποιος είναι αυτός που βλέπει το σώμα του ν’ αλλάζει μέρα με τη μέρα, το μυαλό του να τρεκλίζει σε κεκλιμένο επίπεδο, ποιος βλέπει τη μεταμόρφωσή του και δε διπλώνεται μέσα του για να αναζητήσει λίγη ιαματική σιωπή; Γυρνούσαμε εδώ κι εκεί και κουβαλούσαμε αυτήν τη σιωπή σαν φυλαχτό. Παρ’ όλες τις φωνές μας…τα πειράγματα, η σιωπή υπήρχε, λούφαζε σε μια γωνιά ώσπου ξαφνικά, κάποια στιγμή, πεταγόταν ανάμεσά μας και κυριαρχούσε” (σελ. 65).

“…μιλούσε καθαρά, με τέλεια άρθρωση χωρίς παράσιτα, σαν έμπειρος ηθοποιός. Στον λαιμό του μέσα έκρυβε ένα εργαστήρι ορθοφωνίας. Τα φωνήεντά του φώναζαν από μακριά τους ήχους, κάποιο δικό του φίλτρο τα καθάριζε απ’ τα φύλλα κι απ’ τον άνεμο και τ’ άκουγες πεντακάθαρα. Τα σύμφωνά του, ίδιοι χρωστήρες, έβαφαν τα μέσα κενά τού ο, του α, σοβάντιζαν τους αρμούς στα ι, στα η, στρογγυλοκάθονταν μέσα στα υ και στα ω, έφτιαχναν τοπία ολόκληρα” (σελ. 94-95).

“Εκείνη η νύχτα ήταν έγκυος στο μέλλον, τα ζάρια της είχαν κυλήσει κι έπρεπε να διαβάσουμε τους αριθμούς πάνω στην άμμο. Από εκείνη τη νύχτα ο Μυκηναίος ξεκίνησε για να γίνει χημικός, ο Χρήστος γιατρός, ο Γέρος μηχανολόγος, εγώ φιλόλογος. Από εκείνο το βράδυ ο Στάθης ξεκίνησε για το ταξίδι του ως ανεπάγγελτος, που δεν επρόκειτο να τελειώσει ποτέ… Εκeίνη η φυλλάδα που κρατούσε ο Μυκηναίος στο χέρι μοίραζε διαβατήρια για το μέλλον, δεν είχε όμως κανένα ρεπορτάζ, καμιά έγκυρη έρευνα για την ανθρώπινη ευτυχία. Έλεγε μόνο σαν χαρτορίχτρα μέσες άκρες για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, για διαδρομές που αργότερα θα αποδεικνύονταν δαιδαλώδεις. Δεν είπε κουβέντα για κάτι πεζοπορίες στα χαλίκια, για τις εσώτερες σκιές, για τα αντικαταθλιπτικά, για τη σπουδή μας στο τίποτα” (σελ. 112-113) (οι πρωταγωνιστές του βιβλίου μαθαίνουν από την εφημερίδα για την εισαγωγή τους ή όχι στα πανεπιστήμια της χώρας).

“Οι λέξεις του ήταν βρεγμένα κούτσουρα, είχε χαμηλωμένα τα μάτια, και κάθε φορά που τις έβγαζε απ’ το στόμα του τις έριχνε στη φωτιά για να καρβουνιάσουν, να χαθούν” (σελ. 113).

“Ο καθένας είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, ο νους του έτρεχε στο μέλλον, ή μάλλον έτσι νόμιζε, γιατί ποιος φτάνει στο μέλλον; Ο τάπητας που σε οδηγεί σ’ αυτό είναι από καθρέφτη, κι όποιος τρέχει πάνω του ή γλυστράει στη γυαλάδα του και πέφτει ή ξεχνιέται χαζεύοντας το ειδωλό του, μπερδεύεται και χάνεται” (σελ. 113).

“Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά τον θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθυρίζουν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε ποτέ κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα, καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, οι λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά τον θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλαξουν οι άγγελοι, ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο” (σελ. 140-141). (κοίτα τι σκέφτηκε ο άνθρωπος να παρατηρήσει και να το σχολιάσει τόσο ποιητικά και ρομαντικά!!!)

(πάρτε βαθιά ανάσα)
“Η σελήνη εδώ κι εκατομμύρια χρόνια γεμίζει κι αδειάζει φως στον κάθε ερχομό του σκοταδιού. Την κοιτούσα εκείνο το βράδυ από τον έρημο όρμο και σκεφτόμουν πως ο σκοτεινός ουρανός είναι ίσως μια μεγάλη κόλλα από σκούρο χαρτί, τέτοιο που τυλίγαμε παλιά τα βιβλία στο σχολείο, μια τεράστια κόλλα τεντωμένη. Πίσω της υπάρχει άπλετο φως, ο Θεός, όπως λέω πια καθώς γερνάω. Η σελήνη είναι μια τρύπα στη μεγάλη κόλλα αυτού του χαρτιού, μια τρύπα που αφήνει το ανέσπερο φως να περάσει. Ένα ψαλιδάκι με λαβές από φίλντισι κόβει κάθε νύχτα λίγο απ’ το μεγάλο χαρτί και η σελήνη, η οποία είναι μια σχισμή στο φως, μεγαλώνει, ώσπου έρχεται μια νύχτα που το μάτι του Θεού ολοστρόγγυλο τηράει τον κόσμο, ένα μάτι ασημένιο φως, ένα ματόχαντρο, η πανσέληνος. Ύστερα το μάτι αποτραβιέται, διαστημικοί τερμίτες βγάζουν σάλιο, το ανακατεύουν με πολτό των άστρων και σιγά σιγά κλείνουν την τρύπα. Κι έρχεται μια νύχτα που η τρύπα φράζει και το πέρα φως για μας δεν υπάρχει μέχρι να ξαναγεννηθεί η ελπίδα. Είναι τότε που εκείνο το ψαλιδάκι που κόβει τα νύχια του Θεού τρυπάει πάλι το χαρτί και μια φέτα εμφανίζεται, ένα κομμένο νύχι από φως. Αρχίζει και πάλι να μεγαλώνει. Αυτήν την τρύπα στον παράδεισο, που καθώς ανοιγοκλείνει ατενίζει τη γη, τη λέμε φεγγάρι” (σελ. 166-167) (έσκισε κανεις τα χειρόγραφά του;)

“Ποιος μεγάλος και τρανός ήξερε τότε τι πραγματικά μας συνέβαινε; Ζούσαμε κάτω από τον νόμο της σιωπής, μια ομερτά που κράτησε χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή το κέλυφος έσπασε γιατί ήρθαν οι παχιές ρόδες του χρόνου, οι γεμάτες αυλακιές -τρακτέρ είναι ο καιρός που περνά- κι όλα τα έλιωσαν” (σελ. 215).

“Εκείνη η Δευτέρα έδειχνε να μη μοιάζει στις άλλες Δευτέρες, τις αδελφές της. Οι Δευτέρες γεννιούνται συνήθως με το σημάδι του Κακού στο μέτωπο. Αυτό επενεργεί σταγόνα σταγόνα απ’ το πρωί ακόμη, όταν όλη η δαιδαλώδης μηχανή της ανθρώπινης εργασίας ξεκινάει αργόσυρτα να δουλεύει. Τα πρωινά τους δε μοιάζουν με των άλλων ημερών, οι άνθρωποι είναι ακόμη αμήχανοι, λένε μόνο τα απαραίτητα, νοσταλγούν τα σεντόνια τους, ξύνονται και χασμουριούνται για να ξορκίσουν τα μαύρα σωματίδια που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Το Κακό τις Δευτέρες είναι κάτι περισσότερο από τη θλίψη τους, κάτι πιο πολύ από βαριεστιμάρα κι ανορεξία, είναι η υπενθύμιση της θνητότητας¨(σελ. 340).

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!