Ανταγωνισμός

29.05.2017

Η ζωή και ο θάνατος. Πόλεμος με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Αγωνία. Η αγωνία σε όλο της το μεγαλείο. Μετράς ανάσες, μετράς δείκτες, οξυγόνο αίματος, μετράς σφυγμούς. Οι ανάσες, λαχάνιασμα. Το οξυγόνο παίρνει την κατρακύλα... «Μαμά!».

Μια φωνή που βγαίνει από τα έγκατα της γης, λες. Πού τη βρίσκει τόση δύναμη, τόση φωνή; Από τότε που τη θυμούνται οι δικοί της, ίσα που ακουγόταν η φωνή της, για να μην ενοχλεί. Τώρα φωνάζει τη μάνα, με όλη τη δύναμη που έκρυβε τόσα χρόνια.

Μάλωνε… Με ποιον και με τι; Ποιος ξέρει; Και δε θα μάθει ποτέ κανείς. Άναρθρες κουβέντες και το «μαμά» πεντακάθαρο, σαν γάργαρο νερό. Κραυγή και ικεσία μαζί…

Έβλεπε… Τι; Ποιος ξέρει; Το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα σημείο, ψηλά στον τοίχο, πάνω από τις φωτογραφίες εκείνων που έχουν φύγει. Και θυμός. Πού τον βρήκε τόσο θυμό; Ποτέ δε θύμωσε. Στα χρόνια που πέρασαν, όσο κι αν θύμωσε, δεν το έδειξε, το κατάπιε, δεν το εξωτερίκευσε. Δεν ήθελε να στενοχωρήσει, να πικράνει κανένα. Δεν της επέτρεψε ποτέ να χάσει τον έλεγχο. Και τώρα, όλος τούτος ο θυμός συσσωρεύτηκε. Κινούσε χέρια και πόδια. Με θυμό αντιστεκόταν και όλος αυτός ο θυμός έγινε τυφώνας και μαζί με τη φωνή, γινόταν «ακραίο καιρικό φαινόμενο» που τα σάρωνε όλα…

Ήταν, άραγε, αυτό που λέει η θρησκεία μας, η μεταφορά της ψυχής με τον φύλακα άγγελό της παρέα και το πέρασμα από τα τελώνια, που προσπαθούν να σε πάρουν μαζί τους, θυμίζοντάς σου κάποιες αρνητικές σκέψεις ή και πράξεις; Κι εκείνη, μαζί με τον άγγελό της παλεύανε; Ποτέ, κανείς δεν θα το μάθει…

Ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο κράτησε αυτός ο πόλεμος, αυτή η αναμέτρηση, αυτός ο άνισος αγώνας, ώσπου παραδόθηκε. Κατέθεσε τα όπλα. Ποιος κέρδισε, κανείς δεν θα μάθει επίσης! Και την κρατούσε η κόρη της. Την κρατούσε πότε αγκαλιά, προσέχοντας να μην της δυσχεραίνει την ανάσα, κι άλλοτε της κρατούσε το χέρι και της το χάιδευε. Την καμάρωνε και την παρακαλούσε να ξεκουραστεί.

Τρεις η ώρα. Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Αποκαμωμένη από τόσες μέρες αγωνίας, είχε αποκοιμηθεί η θυγατέρα της εκεί, κοντά της. Μέσα στον ύπνο της την άκουσε να την φωνάζει. Πετάχτηκε. Πήγε δίπλα της.

- Τι θέλεις, μάνα;

-Νερό! της είπε ξέπνοα…

Έτρεξε να της φέρει φρέσκο νερό. Δυο μέρες τώρα αρνιόταν φαγητό και νερό. Προσπαθεί να της βάλει το καλαμάκι στο στόμα. Τίποτα. Δεν αντιδρά. Της βρέχει τα χείλη, πάλι καμία αντίδραση. Την ήθελε, άραγε, κοντά της και το νερό ήταν το πρόσχημα; Αυτό ήταν; Ποιος ξέρει; Ούτε αυτό θα το μάθει ποτέ κανείς…

Λεπτό το λεπτό σταμάτησε να κινεί πρώτα τα πόδια κι ύστερα τα χέρια. Το βλέμμα της χάθηκε. Καρφωμένο κάπου μακριά, μα άδειο. Και η κόρη εκεί, να την βλέπει να ξεμακραίνει και να την παρακαλά να φύγει, να ξεκουραστεί! Της κρατούσε το χέρι, που όσο περνούσε η ώρα, τα λεπτά, τόσο ένοιωθε να φεύγει η ζωή της μάνας, η ζωντάνια της. Έμοιαζε με κέρινο…

Και σαν ξημέρωσε και σηκώθηκαν όλοι -που κανείς δεν κοιμόταν αληθινά όλες αυτές τις μέρες- αποφάσισε να χαρίσει την τελευταία της πνοή στο παιδί της, όπως της το είχε ζητήσει,κάποτε! Και ναι, για άλλη μια φορά κράτησε το λόγο της. Μια κουβέντα που είχαν πει καιρό πριν, όταν συζητούσαν. Κάτι που συνήθιζαν να κάνουν, άλλωστε…

-Μαμά, κοίτα τι όμορφη που είναι! είπαν οι εγγονές της.

Ναι, πράγματι. Σαν να έλαμψε το πρόσωπό της. Έφυγαν εκείνες οι ρυτίδες από το μέτωπο, εκείνες, που όσο κι αν γελούσε, όσο κι αν ήταν χαρούμενη, αυτές υπήρχαν εκεί, για να δηλώνουν και να υπογραμμίζουν τον πόνο της, εκείνον που όλοι γνώριζαν.

Κι όλοι εσείς –όσοι, δεν έχει σημασία– που διαβάζετε τούτες τις αράδες, θέλω να σας θερμοπαρακαλέσω: Αυτούς που αγαπάτε, μην τσιγκουνεύεστε να τους το δείχνετε και να τους το λέτε κάθε μέρα, ακόμα κι αν γίνεστε κουραστικοί. Κανένας δεν πόνεσε από την αγάπη που του δείχνουμε, αντίθετα, από την έλλειψή της μάτωσε…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

Ιστορίες καραντίνας

Ιστορίες καραντίνας

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - Ι. ΤΙ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Είναι Κυριακή. Όχι είναι Τρίτη. Αποκλείεται να είναι Κυριακή σήμερα, γιατί τότε σημαίνει πως χθες που έκανα φασόλια ήταν Σάββατο. Δεν είναι μέρα για φασόλια το Σάββατο. Και αν χθες ήταν Σάββατο κι εμείς...

8 σχόλια

8 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Αχ Αθηνά ΜΟΥ, ΠΌΣΟ παραστικά σκιαγράφησες την αναχώρηση της μάνας και πόσο σοφή η ακροτελεύτια προτροπή σου να ΜΑΘΟΥΜΕ τελικά να λέμε ΣΆΓΑΠΏ χωρίς να υποθέταμε βλακωδώς ότι δεν το λέμε αφού ο άλλος το ξέρει ήδη.(Μαρκές)

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Έτσι ακριβώς, Λένα μου!……….
      Σ’ ευχαριστώ, κοριτσάκι μου πολύ!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Μάθημα ζωής όσα μοιραστικές μαζί μας Αθηνά μου…και σε ευχαριστούμε πολύ για αυτό!!! Να είσαι πάντα καλά… καλημέρα και καλό μήνα!!!

    Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    […] Κανένας δεν πόνεσε από την αγάπη που του δείχνουμε, αντίθετα, από την έλλειψή της μάτωσε…[…]

    Σε ευχαριστούμε Αθηνά μου!!!Την καλημέρα μου και καλό μήνα!!

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Άννα μου!!!!!!!
      Αυτή δεν είναι η αλήθεια;;;
      ΚΑλό μήνα και καλό μας βράδυ!!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  4. Αθηνά Μαραβέγια

    Σ’ ευχαριστώ, Σοφία μου και για το πέρασμα και για τα καλά σου λόγια!!!!!!!
    Καλό μήνα και σε σένα και καλό μας βράδυ!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  5. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Εκ βαθέων και γι αυτό συναρπαστικό, με ιδνικό αρωγό τη συγγραφική δεινότητα!

    Απάντηση
  6. Αθηνά Μαραβέγια

    Ευχαριστώ πολύ για το τόσο όμορφο σχόλιο!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου