Select Page

Ανταγωνισμός

Ανταγωνισμός

Η ζωή και ο θάνατος. Πόλεμος με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Αγωνία. Η αγωνία σε όλο της το μεγαλείο. Μετράς ανάσες, μετράς δείκτες, οξυγόνο αίματος, μετράς σφυγμούς. Οι ανάσες, λαχάνιασμα. Το οξυγόνο παίρνει την κατρακύλα... «Μαμά!».

Μια φωνή που βγαίνει από τα έγκατα της γης, λες. Πού τη βρίσκει τόση δύναμη, τόση φωνή; Από τότε που τη θυμούνται οι δικοί της, ίσα που ακουγόταν η φωνή της, για να μην ενοχλεί. Τώρα φωνάζει τη μάνα, με όλη τη δύναμη που έκρυβε τόσα χρόνια.

Μάλωνε… Με ποιον και με τι; Ποιος ξέρει; Και δε θα μάθει ποτέ κανείς. Άναρθρες κουβέντες και το «μαμά» πεντακάθαρο, σαν γάργαρο νερό. Κραυγή και ικεσία μαζί…

Έβλεπε… Τι; Ποιος ξέρει; Το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα σημείο, ψηλά στον τοίχο, πάνω από τις φωτογραφίες εκείνων που έχουν φύγει. Και θυμός. Πού τον βρήκε τόσο θυμό; Ποτέ δε θύμωσε. Στα χρόνια που πέρασαν, όσο κι αν θύμωσε, δεν το έδειξε, το κατάπιε, δεν το εξωτερίκευσε. Δεν ήθελε να στενοχωρήσει, να πικράνει κανένα. Δεν της επέτρεψε ποτέ να χάσει τον έλεγχο. Και τώρα, όλος τούτος ο θυμός συσσωρεύτηκε. Κινούσε χέρια και πόδια. Με θυμό αντιστεκόταν και όλος αυτός ο θυμός έγινε τυφώνας και μαζί με τη φωνή, γινόταν «ακραίο καιρικό φαινόμενο» που τα σάρωνε όλα…

Ήταν, άραγε, αυτό που λέει η θρησκεία μας, η μεταφορά της ψυχής με τον φύλακα άγγελό της παρέα και το πέρασμα από τα τελώνια, που προσπαθούν να σε πάρουν μαζί τους, θυμίζοντάς σου κάποιες αρνητικές σκέψεις ή και πράξεις; Κι εκείνη, μαζί με τον άγγελό της παλεύανε; Ποτέ, κανείς δεν θα το μάθει…

Ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο κράτησε αυτός ο πόλεμος, αυτή η αναμέτρηση, αυτός ο άνισος αγώνας, ώσπου παραδόθηκε. Κατέθεσε τα όπλα. Ποιος κέρδισε, κανείς δεν θα μάθει επίσης! Και την κρατούσε η κόρη της. Την κρατούσε πότε αγκαλιά, προσέχοντας να μην της δυσχεραίνει την ανάσα, κι άλλοτε της κρατούσε το χέρι και της το χάιδευε. Την καμάρωνε και την παρακαλούσε να ξεκουραστεί.

Τρεις η ώρα. Τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Αποκαμωμένη από τόσες μέρες αγωνίας, είχε αποκοιμηθεί η θυγατέρα της εκεί, κοντά της. Μέσα στον ύπνο της την άκουσε να την φωνάζει. Πετάχτηκε. Πήγε δίπλα της.

- Τι θέλεις, μάνα;

-Νερό! της είπε ξέπνοα…

Έτρεξε να της φέρει φρέσκο νερό. Δυο μέρες τώρα αρνιόταν φαγητό και νερό. Προσπαθεί να της βάλει το καλαμάκι στο στόμα. Τίποτα. Δεν αντιδρά. Της βρέχει τα χείλη, πάλι καμία αντίδραση. Την ήθελε, άραγε, κοντά της και το νερό ήταν το πρόσχημα; Αυτό ήταν; Ποιος ξέρει; Ούτε αυτό θα το μάθει ποτέ κανείς…

Λεπτό το λεπτό σταμάτησε να κινεί πρώτα τα πόδια κι ύστερα τα χέρια. Το βλέμμα της χάθηκε. Καρφωμένο κάπου μακριά, μα άδειο. Και η κόρη εκεί, να την βλέπει να ξεμακραίνει και να την παρακαλά να φύγει, να ξεκουραστεί! Της κρατούσε το χέρι, που όσο περνούσε η ώρα, τα λεπτά, τόσο ένοιωθε να φεύγει η ζωή της μάνας, η ζωντάνια της. Έμοιαζε με κέρινο…

Και σαν ξημέρωσε και σηκώθηκαν όλοι -που κανείς δεν κοιμόταν αληθινά όλες αυτές τις μέρες- αποφάσισε να χαρίσει την τελευταία της πνοή στο παιδί της, όπως της το είχε ζητήσει,κάποτε! Και ναι, για άλλη μια φορά κράτησε το λόγο της. Μια κουβέντα που είχαν πει καιρό πριν, όταν συζητούσαν. Κάτι που συνήθιζαν να κάνουν, άλλωστε…

-Μαμά, κοίτα τι όμορφη που είναι! είπαν οι εγγονές της.

Ναι, πράγματι. Σαν να έλαμψε το πρόσωπό της. Έφυγαν εκείνες οι ρυτίδες από το μέτωπο, εκείνες, που όσο κι αν γελούσε, όσο κι αν ήταν χαρούμενη, αυτές υπήρχαν εκεί, για να δηλώνουν και να υπογραμμίζουν τον πόνο της, εκείνον που όλοι γνώριζαν.

Κι όλοι εσείς –όσοι, δεν έχει σημασία– που διαβάζετε τούτες τις αράδες, θέλω να σας θερμοπαρακαλέσω: Αυτούς που αγαπάτε, μην τσιγκουνεύεστε να τους το δείχνετε και να τους το λέτε κάθε μέρα, ακόμα κι αν γίνεστε κουραστικοί. Κανένας δεν πόνεσε από την αγάπη που του δείχνουμε, αντίθετα, από την έλλειψή της μάτωσε…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

8 Σχόλια

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Αχ Αθηνά ΜΟΥ, ΠΌΣΟ παραστικά σκιαγράφησες την αναχώρηση της μάνας και πόσο σοφή η ακροτελεύτια προτροπή σου να ΜΑΘΟΥΜΕ τελικά να λέμε ΣΆΓΑΠΏ χωρίς να υποθέταμε βλακωδώς ότι δεν το λέμε αφού ο άλλος το ξέρει ήδη.(Μαρκές)

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Έτσι ακριβώς, Λένα μου!……….
      Σ’ ευχαριστώ, κοριτσάκι μου πολύ!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Μάθημα ζωής όσα μοιραστικές μαζί μας Αθηνά μου…και σε ευχαριστούμε πολύ για αυτό!!! Να είσαι πάντα καλά… καλημέρα και καλό μήνα!!!

    Απάντηση
  3. Άννα Ρουμελιώτη

    […] Κανένας δεν πόνεσε από την αγάπη που του δείχνουμε, αντίθετα, από την έλλειψή της μάτωσε…[…]

    Σε ευχαριστούμε Αθηνά μου!!!Την καλημέρα μου και καλό μήνα!!

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Άννα μου!!!!!!!
      Αυτή δεν είναι η αλήθεια;;;
      ΚΑλό μήνα και καλό μας βράδυ!!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  4. Αθηνά Μαραβέγια

    Σ’ ευχαριστώ, Σοφία μου και για το πέρασμα και για τα καλά σου λόγια!!!!!!!
    Καλό μήνα και σε σένα και καλό μας βράδυ!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  5. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Εκ βαθέων και γι αυτό συναρπαστικό, με ιδνικό αρωγό τη συγγραφική δεινότητα!

    Απάντηση
  6. Αθηνά Μαραβέγια

    Ευχαριστώ πολύ για το τόσο όμορφο σχόλιο!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!