Σήμερα είμαι καλά. Φλερτάρω με την αντανάκλασή μου στον σπασμένο καθρέφτη και χαμογελάω αυτάρεσκα. Σήμερα είμαι καλά. Ζωγραφίζω τα συναισθήματα πάνω σε ένα ξεχασμένο τετράδιο με φύλλα τσακισμένα. Περίεργο πως το έχω φυλάξει. Περίεργο που το θυμάμαι. Δεν γυρίζω πίσω στις σελίδες του όμως. Φοβάμαι. Και η μέρα είναι τόσο όμορφη σήμερα. Νιώθω καλά. Και δεν θέλω να τσιγκλήσω τη μνήμη. Όχι σήμερα. Ο ήλιος μπαινοβγαίνει μέσα σε πουπουλένια σύννεφα. Ο ουρανός δείχνει χαρούμενος. Με ένα αστραφτερό γαλάζιο χρώμα. Μια άνοιξη που τυλίγει μητρικά το φθινόπωρο. Ένας βοριάς ανέμελος και γλυκός. Μια θάλασσα γαλήνια.

Άκου τι λέω. Κι εγώ εκπλήσσομαι να ξέρεις. Μα σήμερα είμαι καλά. Τώρα είμαι καλά. Το μυαλό μου και οι αισθήσεις μου γεύονται την εποχή. Αργότερα ίσως αλλάξουν τα πράγματα. Είναι απρόβλεπτο ξέρεις. Τώρα είμαι καλά. Μετά ποιος ξέρει; Μόνο αυτός ο δαίμονας ξέρει, που έγινε κολλητός μου φίλος στα καλά καθούμενα. Στα καλά; Δεν ξέρω να σου πω. Υπάρχουν ειδικοί να στο εξηγήσουν. Πως τώρα είμαι καλά μα μετά ποιος ξέρει; Τους είπα να διαγράψουν τις αναμνήσεις. Μου είπαν όχι. Έπιασα έναν απ΄το λαιμό τότε. Κόντεψα να τον πνίξω. Δεν ξέρω πως το έκανα. Δεν ξέρω. Δεν θυμάμαι πολλά πια ξέρεις. Ένα μπερδεμένο κουβάρι το μυαλό μου. Μου έδεσαν τα χέρια. Εξαιρετικά επικίνδυνη είπαν. Και με έκλεισαν σε ένα μέρος από όπου δεν μπορώ να βλέπω τον ουρανό. Ούτε τη θάλασσα.

Σήμερα όμως είμαι καλά. Τώρα είμαι καλά. Δεν θα απλώσω τα χέρια μου σε κανέναν. Τους το υποσχέθηκα λένε. Δεν το θυμάμαι ξέρεις. Μα δεν πειράζει. Αρκεί που με έβγαλαν βόλτα για να πάρω αέρα. Η θάλασσα είναι ήρεμη. Τα κύματα ακουμπούν στην ακτή απαλά. Κι εγώ κλείνω τα μάτια και τα ακούω. Και δεν θέλω τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή. Μα ετούτη η ηρεμία δεν κρατάει πολύ. Ο αέρας δυναμώνει ξαφνικά και αναποδογυρίζει τις σελίδες του τετραδίου μου. Και τότε το κοιτάζω. Το τετράδιο μου είναι γεμάτο με μαύρες γραμμές. Μαύρες μουτζούρες δίχως σχήμα. Είναι τρομακτικές. Όχι δεν μπορεί. Οι μαύρες γραμμές σαλεύουν τώρα μέσα στη θάλασσα. Τι ώρα είναι; Γιατί νυχτώνει τόσο γρήγορα; Θα με πάνε πάλι εκεί. Μην φεύγεις. Θα μου δέσουν πάλι τα χέρια. Μην φεύγεις. Δεν μπορώ να κάνω κακό σε κανέναν τώρα. Ένα κουλουριασμένο σακί που τρέμει είμαι. Δεν θα σου κάνω κακό. Όχι σε εσένα. Θέλω μόνο να κοιτάξεις μέσα στα μάτια μου. Εκεί κρύβεται ο δαίμονας λένε. Τον βλέπεις; Νομίζω με φοβάται. Κι εγώ τον φοβάμαι. Με μισεί. Κι εγώ τον μισώ. Και τον λατρεύω όμως. Παράξενο δεν είναι;

 

-

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη