Το ρολόι χτυπά. Ο Άκης σηκώνεται σαν ελατήριο. Περπατά στα σκοτεινά και αρπάζει τα ρούχα από τη στοίβα. Ένα εσώρουχο από το συρτάρι, φανέλα και κάλτσες και καρφί για την τουαλέτα. Ρίχνει όσο πιο πολύ νερό μπορεί στα πρησμένα του μάτια. Κι ύστερα για λίγα δευτερόλεπτα κοιτά στον καθρέφτη. Γυρίζει πότε δεξιά και πότε αριστερά παρατηρώντας τις καινούριες του άσπρες τρίχες στους κροτάφους και την νέα αραίωση προς τα πάνω. Ξαναρίχνει νερό. Βουρτσίζει βιαστικά τα δόντια του. Ντύνεται γρήγορα και κάνει μια μικρή στάση στο διπλανό δωμάτιο. Μια κουκέτα μπλε και κόκκινη φωτίζεται από πύραυλους και μαγικά λουλούδια. Πλησίασε κοντά και σκέπασε τα ξεσκέπαστα κορμάκια. Δυο φιλιά -βιαστικά και αυτά- κι ένα «Μου λείπετε τόσο πολύ» χώρεσε κάτω από το μαξιλάρι τους.

Δεν τη χαιρετά. Χτες τον περίμενε να φάνε μαζί. Δεν ήρθε. Κάτι έτυχε στο γραφείο. Όπως πάντα. Κι εκείνη έφαγε μόνη της. Αυτή τη φορά δεν τον κάλεσε καν να δει πού είναι. Απλά έφαγε μόνη της, τακτοποίησε τα παιδιά, άφησε ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι και ένα σημείωμα «Πέταξε τα σκουπίδια». Για λίγο όταν το διάβασε ένιωσε και εκείνος μία από εκείνες τις σακούλες. Τόση κακομοιριά χωρά μόνο σε κάδους και όχι ανακύκλωσης. Δεν πρέπει να ανακυκλώνονται τα κορόιδα σκέφτηκε. Για να μην χορταίνουν κι άλλο οι κοιλιές όλων αυτών που το παίζουν μεγάλοι εργοδότες.

«Εδώ θα ανελιχθείς. Θα φτάσεις όπου και όσο μπορείς. Αρκεί να είσαι ικανός και φιλότιμος και εργατικός» του είπε σφίγγοντας το χέρι ο διευθυντής του

«Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ», του απάντησε και υπέγραψε την ολόφρεσκη σύμβαση

Πέντε χρόνια μετά. Άσπρες τρίχες. Στρες, πίεση, δωδεκάωρα καθημερινώς, φωνές, κακές συνεργασίες. Πέντε χρόνια μετά. Στομάχι διαλυμένο και ένας μόνιμος βήχας. Τελευταίως και ένας πόνος στην καρδιά. Θα πάει σε καρδιολόγο, της το υποσχέθηκε. Πριν ένα μήνα. Μόλις βρει λίγο χρόνο. Μα ακόμα δεν τον βρήκε.

«Αν δε δουλέψετε όλοι σκληρά, η εταιρεία θα κλείσει. Κινδυνεύουμε. Κάθεστε όλοι και δεν κάνετε τίποτα. Καμία απόδοση! Καμία εξέλιξη» φώναζε οργισμένα μόλις χτες ο διευθυντής του

Δεν του απάντησε. Θα έπρεπε. Θα το ήθελε. Να του φωνάξει πως είναι εδώ αξημέρωτα και πως φεύγει όταν σβήνει ο ήλιος. Πως έχει χάσει την οικογένειά του. Τη μέρα του. Τα σχέδιά του. Μα κυρίως τα όριά του. Μια επέκταση ορίων άνευ όρων. Μια παράδοση άνευ όρων στο όνομα της οικονομικής επιβίωσης, στην αυταπάτη των καλύτερων ημερών που όλο έρχονται και όλο ξεμένουν.

Κλείνει την πόρτα και κοιτάζει τον ουρανό. Δεν είναι καν ροζ, λευκός. Είναι μαύρος. Ακόμα φωτίζουν τα αστέρια. Πού πάει; Πού θα πάει; Πότε θα ζήσει τη ζωή; Και πόση θα έχει; Πιάνει την καρδιά του. Τούτος ο κόμπος ενοχλεί. Πονά. Παίρνει μια ανάσα και κατεβαίνει τα σκαλιά. Κοιτάζει μια τελευταία ματιά το σπίτι του. Τόσο ήσυχο. Πόσο του λείπει η φασαρία του. Μια εικόνα που δεν τον έχει μέσα. Απεγνωσμένα προσπαθεί να γλείψει λίγα λεπτά κάθε φορά. Μια ανάσα, ένα φιλί, μια αστεία στιγμή. Και να μπορεί να τα ζήσει χωρίς να κουβαλά φωνές, φόβο, χαρτιά και αποφάσεις μαζί. Πέντε χρόνια τώρα κοιμάται με ένα χαρτοφύλακα στο χέρι. Έτσι νιώθει. Δεμένος στο χέρι του. Σαν αλυσίδα με μπάλα. Φυλακισμένος από την ίδια τη ζωή. Πίσω από τη φράση που φοριέται τελευταίως «Έχεις δουλειά; Μη μιλάς. Κράτα την με νύχια και με δόντια». Ναι την κρατά. Όχι μόνο με αυτά. Με όλο του το κορμί. Με την ψυχή του. Αυτή που έδωσε σε έναν σύγχρονο Μεφιστοφελή λαίμαργο, άπληστο και απάνθρωπο, εκείνον με τα πολλά ονόματα παλεύοντας χρόνια τώρα με τον ίδιο του τον εαυτό.

Βάζει το κλειδί στη μίζα. Το ράδιο ξεκινά. Το αξημέρωτο δελτίο των ειδήσεων τον ταρακουνά.

«Κύριες και κύριοι, καλή σας Πρωτομαγιά!», λέει χαρούμενα ο εκφωνητής

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!