Select Page

Απόφαση ζωής

Απόφαση ζωής

 

Η Νεφέλη κοίταξε το κερί που σιγόκαιγε στο κομοδίνο και αναστέναξε. Κάπως έτσι σιγόκαιγε και η φωτιά στην ψυχή της. Στα είκοσί της, η ζωή της είχε κιόλας τελειώσει. Από τότε που ο Αλέξανδρος της το είχε ξεκόψει.

«Έχω πάρει την απόφασή μου!».

Η φωνή του κουδούνιζε στα αυτιά της ακόμα και τώρα και το στομάχι της σφιγγότανε κόμπος. Τον είχε παρακαλέσει. Δεν είχε δώσει σημασία στον εγωισμό της που της έλεγε να τον αφήσει και να σεβαστεί την απόφασή του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Μετά από τόσα που είχαν περάσει μαζί; Είχαν ζήσει σε έναν χρόνο ότι άλλοι παρακαλούν να βρουν μια ολόκληρη ζωή. Μέσα της το ήξερε ότι και εκείνος είχε νιώσει το ίδιο. Τα συναισθήματα στο έπακρο. Ο έρωτας μια δίνη που τους είχε τυλίξει και τους είχε αφήσει ξέπνοους. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Στα τρεμάμενα χέρια της, η φωτογραφία τους. Τα χαμογελαστά τους πρόσωπα λαμπερά από ευτυχία, τότε που ούτε ένα τόσο δα σύννεφο δε σκίαζε το μέλλον τους. Η Νεφέλη είχε επιτρέψει στον εαυτό της να ονειρευτεί, να σχεδιάσει το κοινό τους μέλλον μαζί, σίγουρη μέσα της για την εξέλιξη. Είχε βρει τον άνθρωπό της, το άλλο της μισό. Τον άνδρα που θα έκανε πατέρα των παιδιών της με κλειστά μάτια. Τόση εμπιστοσύνη του είχε. Και εκείνος την λάτρευε χωρίς όρια, χωρίς ενδοιασμούς. Την είχε σώσει από τον εαυτό της.

Είχε από ώρα βραδιάσει και ο άνεμος που είχε πάρει να φυσά ταρακουνούσε τα τζάμια. Ψιχάλιζε από νωρίς και είχε αρχίσει να δυναμώνει. Όμως, όσο νερό και να έριχνε, δε θα κατέσβηνε την κάψα που ένιωθε μέσα της, ούτε τις σκέψεις που της τρυπούσαν το μυαλό σαν πυρακτωμένα καρφιά. Το φως μιας αστραπής τρύπωσε ξάφνου σαν κλέφτης από τις κουρτίνες και για δευτερόλεπτα φώτισε ψυχρά το μικρό της δωμάτιο. Ο άγριος ήχος του κεραυνού την ακολούθησε, υποσχόμενος γερή μπόρα. Ο καιρός ταίριαζε με τις μακάβριες σκέψεις της.

Πόσες ώρες είχαν περάσει αλήθεια από τότε που της είχε δώσει την τελειωτική του απάντηση; Ούτε ήξερε. Από κείνη τη στιγμή είχε γυρίσει στο σπίτι και είχε βαλθεί να κάθεται στα σκοτεινά, σαν φάντασμα που δεν είχε κανέναν να στοιχειώσει. Αναρίγησε. Πώς μπορούσε τόσο εύκολα να την αρνηθεί; Τον είχε κερδίσει η άλλη του μεγάλη αγάπη. Αλλά η Νεφέλη δεν το καταλάβαινε. Της φαινόταν αδιανόητο να ζει σε ένα κόσμο που η ζωή της δεν θα τον περιλάμβανε.

Είχε πέσει ακόμα και στα πόδια του. «Αλέξανδρε, ξέρω πως ένιωσες το ίδιο κι εσύ. Μαζί τα κάναμε τα όνειρα. Τι άλλαξε;» τον είχε ρωτήσει με δάκρυα στα μάτια.

Αλλά εκείνος, παρόλο που μαλάκωσε το βλέμμα του, είχε σταθεί ανένδοτος.

«Έχω πάρει την απόφαση μου!». Της είχε φανεί πως πάλευε με κάτι μέσα του. Ο τρόπος που την κοίταζε, σαν να μην την έβλεπε. Είχε κρύψει έπειτα το κεφάλι στα χέρια του και είχε κουνήσει το κεφάλι. Της είχε ζητήσει να φύγει. «Όλα έχουν τελειώσει» της είχε πει, «μην το κάνεις πιο δύσκολο από ότι είναι».

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέλυσε τις σκέψεις της. Δεν είχε κουράγιο, ούτε όρεξη να το σηκώσει αλλά όποιος ήταν επέμενε. Πήρε δεύτερη και τρίτη φορά, ώσπου η Νεφέλη σιχτίρισε την ώρα και τη στιγμή που δεν το είχε βγάλει από την πρίζα. Με την αναστροφή του χεριού της σκούπισε τα δάκρυα που είχε αφήσει ελεύθερα να τρέχουν στο πρόσωπό της, συναγωνιζόμενα τη βροχή που κύλαγε στο τζάμι. Έπειτα με αργές κινήσεις σηκώθηκε και περπάτησε προς το τηλέφωνο.

«Ναι;»

«Νεφέλη; Επιτέλους! Κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία μου…».

Η Νεφέλη πήρε μια βαθιά ανάσα. Η φίλη της η Μάρθα. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς, τι σκόπευε να κάνει. Ακόμα και η κολλητή της που την αγαπούσε πολύ, δεν μπορούσε να την σταματήσει. Τίποτε δεν την κρατούσε πια.

«Μάρθα, συγγνώμη που δεν σε πήρα αλλά είμαι λίγο άρρωστη και κοιμόμουν» είπε ψέματα. Μέχρι αύριο θα έλεγε πολλά τέτοια. Ακόμα και στον εαυτό της. Το ήξερε αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν πάνω από τις δυνάμεις της αφού δεν μπορούσε να τον έχει. Αφού της είχε γυρίσει την πλάτη.

«Δεν πειράζει. Ήθελα να δω αν είσαι καλά μετά που πήγες στον Αλέξανδρο…» δεν ήταν περιέργεια εκ μέρους της φίλης της αλλά ειλικρινές ενδιαφέρον. Το καταλάβαινε από τον τόνο της φωνής της που ήταν ανήσυχος.

«Ο Αλέξανδρος, Μάρθα, δεν αλλάζει γνώμη. Δεν αρνήθηκε τα αισθήματά του για μένα. Για μας…»

«Ε! τότε; Πού είναι το πρόβλημα;»

«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα γι' αυτόν. Θεωρεί πως δεν πρέπει να τα έχει. Πως είναι αμαρτία».

«Αμαρτία;» ρώτησε η φίλη της απορημένη.

Η Νεφέλη τράβηξε μια βαθιά ανάσα και την άφησε σιγά σιγά να δραπετεύσει με θόρυβο από τα χείλη της. «Μην προσπαθείς να καταλάβεις φίλη μου. Ούτε εγώ καταλαβαίνω πως άλλαξαν όλα. Πως έκανε στροφή σε κάτι που είχε αφήσει για χάρη μας. Επειδή είχε βρει σε εμένα το σκοπό της ζωής του όπως έλεγε…».

Για λίγο καμιά τους δε μίλησε και αυτή η σιωπή έλεγε περισσότερα από όσα μπορούσε να αντέξει. Βουβά δάκρυα κρεμάστηκαν και πάλι στις βλεφαρίδες της.

«Μη στενοχωριέσαι κορίτσι μου» είπε μετά από λίγο η Μάρθα, «θα έρθει άλλος στη θέση του, που δε θα πάρει πίσω τον ουρανό με τα άστρα όπως έκανε ο Αλέξανδρος…».

Η Νεφέλη χαμογέλασε. Η καλή της Μάρθα που πάντα προσπαθούσε να την κάνει να νιώσει καλύτερα. Θα της έλειπε η αλήθεια και σφιγγόταν η καρδιά της ακόμα περισσότερο στη σκέψη της. «Αμφιβάλλω Μάρθα μου εάν θα ξαναβρώ στη ζωή μου άλλον σαν τον Αλέξανδρο, που να με κάνει να νιώσω τόσο έντονα, τόσο δυνατά όπως με έκανε αυτός. Που να με κάνει να παραμιλάω στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου, να τον κοιτάζω και να λιώνω…».

Ήξερε ότι η Μάρθα δεν μπορούσε να την καταλάβει. Κανείς που δεν είχε νιώσει το ίδιο δεν μπορούσε. Ίσως να της φαινόταν και πολύ μελό όλο αυτό. Δεν είχε νόημα να συνεχίζει αυτήν την συζήτηση. Πονούσε και ήθελε να συρθεί στο σκοτάδι της και να μετρήσει τις ώρες μέχρι να ξημερώσει. Μέχρι να έρθει η ώρα που θα έκλειναν ακριβώς ένα χρόνο μαζί. Αύριο θα ήταν η επέτειος της γνωριμίας τους και όπως το είχε αποφασίσει, η ημερομηνία του δικού της θανάτου.

Καληνύχτισε τη φίλη της και όταν εκείνη έκανε σχέδια να βρεθούνε αύριο, η Νεφέλη δεν είπε τίποτα αλλά αποχαιρέτησε ενδόμυχα την κολλητή της που της είχε σταθεί σε όλες τις σημαντικές της στιγμές τα τελευταία χρόνια. Ήταν εγωίστρια; Δειλή; Χαζή; Δεν την ένοιαζε στα αλήθεια τι θα έλεγαν γι αυτήν. Άλλωστε δεν είχε οικογένεια να νοιαστεί. Μια αποξενωμένη μητέρα, που είχε χρόνια να δει και μια χούφτα φίλους. Ήταν ευγνώμων έστω και γι αυτούς, αλλά ο Αλέξανδρος, αυτός ήταν το κέντρο του κόσμου της και τώρα εκείνος της είχε τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Τη στιγμή που είχε πιστέψει πως θα μπορούσε να είναι επιτέλους ευτυχισμένη.

Πήγε στο δωμάτιο και κάθισε στο γραφείο της σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά της και γέρνοντας το κεφάλι της πάνω σε αυτά. Απέναντί της, παραταγμένα σαν στρατιωτάκια, δώδεκα κουτιά από χάπια. Νωρίτερα είχε μετρήσει τις καρτέλες. Από έξι στο καθένα. Έτσι για την αλητεία, είχε αποφασίσει ότι θα ξεκίναγε από τα ηρεμιστικά. Μόλις θα ένιωθε την πρώτη ζαλάδα από δαύτα θα έπαιρνε και τα υπόλοιπα και θα ξεμπέρδευε. Όχι για έναν άντρα, αλλά για αυτά που αντιπροσώπευε αυτός, για τη χαμένη της ευτυχία, το μέλλον της.

Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε έξω από το παράθυρο ως εκεί που έφτανε το μάτι της. Όταν έχεις δει τον Παράδεισο πώς μπορείς να ζήσεις σε κάτι λιγότερο από αυτόν; Με τι δύναμη; Δεν είχε δύναμη. Εκείνος ήταν η δύναμή της…

Ο Αλέξανδρος επιβιβάστηκε στο λεωφορείο για τα Μετέωρα και βολεύτηκε δίπλα στο παράθυρο. Είχε πάρει την απόφασή του να υπηρετήσει τον Θεό και έπρεπε να μετανοήσει που είχε αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί. Είχε τελειώσει τη Θεολογία, το είχε πάντοτε σκοπό να μονάσει και όλα αυτά τα είχε ξεχάσει με μιας όταν γνώρισε εκείνη. Τα μάτια της, αυτά τον είχαν τραβήξει στην άβυσσο της ψυχής της και τον είχαν κλείσει εκεί δέσμιο στη θάλασσα των συναισθημάτων της. Δεν είχε μπορέσει να της αντισταθεί και για λίγο είχε αφήσει τον εαυτό του να βουτήξει στα βαθιά καταγάλανα νερά της αγάπης της.

Την είχε αγαπήσει κι αυτός, όσο τίποτε άλλο στη ζωή του. Όμως στο βάθος του μυαλού του κάτι τον έτρωγε. Ένιωθε πως είχε γυρίσει την πλάτη του σε Εκείνον, στο κάλεσμα που ένιωθε από μικρό παιδί. Από τότε που η μάνα του τον έπαιρνε από το χεράκι να κοινωνήσει στην εκκλησία. Κανείς δεν ήταν πάνω από Αυτόν, όση ευτυχία και να ένιωθε δίπλα σε μια γυναίκα.

Απρόσκλητο όμως, του ήρθε στο μυαλό το χαμόγελό της. Αυτό το λαμπερό χαμόγελο που γαλήνευε την ψυχή του κάθε φορά που το αντίκριζε. Σταυροκοπήθηκε. Έπρεπε να απαρνηθεί τον πειρασμό. Όσο κι αν προσπαθούσε όμως, δεν μπορούσε να το βγάλει από το μυαλό του. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να βρει κάτι να του αποσπάσει την προσοχή του. Μα τι είχε πάθει; Γιατί τη σκεφτόταν ακόμα; Αφού είχε βρει τη δύναμη να την αρνηθεί την τελευταία νύχτα που πέρασε σαν πολίτης, δεν έπρεπε τώρα να κάνει πίσω.

«Κι αν δεν είσαι έτοιμος;» Μια μικρή φωνή, αντήχησε στο μυαλό του. Κούνησε το κεφάλι του για να το καθαρίσει, αλλά οι σκέψεις είχαν βρει τη μικρή χαραμάδα που χρειάζονταν για να τρυπώσουν και όσο και εάν έσφιγγε τα χείλη προσπαθώντας να τις ξεφορτωθεί, εκείνες επέμεναν. Θυμόταν το κελαρυστό γέλιο της, τη μελιστάλαχτη ματιά της, τα ζεστά της χέρια όταν τον αγκάλιαζε, τη βραχνή φωνή της όταν του έλεγε «σ’ αγαπώ», λίγο πριν κουρνιάσει στην αγκαλιά του.

Ασυναίσθητα άγγιξε την καδένα στο λαιμό του. Εκεί φορούσε ακόμα, σαν ενθύμιο, το δώρο που του είχε δώσει το τελευταίο τους βράδυ. Όταν εκείνη του είχε μιλήσει για τα όνειρα που έκανε για την κοινή τους ζωή και εκείνος της είχε κόψει τα φτερά και την είχε αποχαιρετήσει. Θυμόταν πως τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από το σοκ, πως είχε κλάψει και τον είχε παρακαλέσει να το ξανασκεφτεί. Ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να επιμείνει. Ακόμα και τώρα η απόφαση του έκαιγε τα σωθικά. Χάιδεψε τον μικρό λευκόχρυσο σταυρό που κρεμόταν στο στήθος του. Κι αν έκανε λάθος; Είχε αποφασίσει πως η αγάπη του για αυτήν ήταν λάθος, κατώτερη από αυτήν που ένιωθε για τον Θεό. Όμως Εκείνος ήταν αγάπη. Αν την απαρνιόταν, θα αρνιόταν Αυτόν;

Ξαφνικά ένιωσε να πνίγεται. Τα είχε ζυγίσει τόσες φορές μες στο μυαλό του και κάθε φορά κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Τώρα όμως που ξεκινούσε για τον προορισμό του, το μυαλό του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όπου και να κοίταζε την έβλεπε. Έξω από το παράθυρο, κάθε γυναίκα που προσπερνούσαν είχε τη μορφή της. Εάν αυτό δεν ήταν σημάδι ότι δεν έπρεπε να την αφήσει τότε τι ήταν;

Πετάχτηκε από τη θέση του σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτρισμός. «Σταματήστε το λεωφορείο!» ούρλιαξε στον οδηγό και αγνόησε επιδεικτικά τα βλέμματα απορίας που εισέπραξε από τους συνεπιβάτες του. Δεν τον ένοιαζε εάν τον κοίταζαν σαν τρελό. Μια περίεργη αίσθηση είχε απλωθεί στο κορμί του και τα μέλη του μούδιαζαν. Έπρεπε να γυρίσει, να τη δει μια τελευταία φορά. Να διαπιστώσει μόνος του εάν είχε τη δύναμη να την ξαναφήσει. Δεν μπορούσε να φύγει έτσι, κάτι μέσα του τον εμπόδιζε, τον προειδοποιούσε.

Ο οδηγός του άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε έξω σαν να τον κυνηγούσαν σκυλιά, κουνώντας τα χέρια του σαν μανιακός να σταματήσει το πρώτο ταξί που θα έβρισκε μπροστά του.

Καθώς πηγαινοερχόταν ανήσυχος στην πιάτσα, την ένιωσε. Σαν λευκό σύννεφο που πέρασε από μέσα του, μουδιάζοντας το σώμα του. Έκλεισε τα μάτια. Κάτι είχε συμβεί. Στο μυαλό του σαν ξεχασμένο φλας αναβόσβησε η μορφή της ντυμένη στα λευκά. Εστίασε στην εικόνα της. Ήταν χαμογελαστή, όπως πάντα. Τα μάτια της όμως, αυτά τα αγαπημένα γαλαζοπράσινα μάτια, ήταν γεμάτα απέραντη θλίψη σαν ταραγμένη θάλασσα.

Καταλάβαινε τώρα το προαίσθημα που τον είχε τυλίξει. Η Νεφέλη του το είχε κάνει εύκολο. Μέσα του ήξερε. Έπεσε στα γόνατα κρύβοντας το πρόσωπό του, ενώ γοεροί λυγμοί τράνταξαν τους ώμους του. Εκείνη δεν ήταν πια εδώ. Δεν είχε προλάβει.

Στα αυτιά του, αντήχησε σαν καμπάνα η γλυκιά φωνή της «Θα σ’ αγαπώ για πάντα!»

_

γράφει η Έλενα Κορδέλλα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!