Select Page

Αρχιτεκτονική και Κινηματογράφος (Αληθινό και αληθοφανές)

Αρχιτεκτονική και Κινηματογράφος (Αληθινό και αληθοφανές)

H αρχιτεκτονική των εικόνων στο βουβό κινηματογράφο, σε σχέση με τον ηχητικό κινηματογράφο φυσικά.

Σήμερα, ο βουβός κινηματογράφος, όπως και ο πειραματικός, ο underground κλπ, μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα κινηματογραφικά είδη. Την εποχή όμως του βωβού κινηματογράφου, οι ταινίες δεν μπορούσαν να μην είναι βουβές -όχι λόγω επιλογής των κατασκευαστών και των δημιουργών- αλλά λόγω του ότι δεν είχαν καταφέρει ακόμα να τον παντρέψουν με τον φωνόγραφο. Παρ’ όλα αυτά οι δημιουργοί μπήκαν στην ιδιαίτερη λογική του πώς μπορούμε να αφηγηθούμε μια ιστορία χωρίς λόγια και ήχο, και στα 30 περίπου χρόνια μέχρι την εμφάνιση του ηχητικού κινηματογράφου γυρίσθηκαν αριστουργήματα.

H κατασκευή μιας βουβής ταινίας έχει ιδιαιτερότητες γιατί εκτός από το μεγάλο θέμα της σαφήνειας ως προς αυτό που πρέπει να αφηγηθεί ο δημιουργός, ο ρυθμός της ταινίας προκύπτει από την διαδοχή και την εναλλαγή των πλάνων και μόνον. Το θέμα του ήχου όμως εξακολουθούσε να είναι το μεγάλο ζητούμενο και μια ενδιάμεση λύση ήταν ένας πιανίστας ή μια ορχήστρα που σχολίαζαν ή δημιουργούσαν μουσικό ηχητικό κλίμα κατά την διάρκεια της προβολής. O Mακ Λούχαν αναφέρει πολύ σωστά ότι ο βουβός κινηματογράφος ταιριάζει σε κουλτούρες με έντονη προφορικότητα, όπως ο ρωσικός κινηματογράφος. Διατείνεται ότι ο ομιλών κινηματογράφος υπήρξε η καταδίκη της ρωσικής φιλμογραφίας επειδή, όπως κάθε προφορική κουλτούρα, οι Ρώσοι έχουν μια ακατανίκητη ανάγκη για συμμετοχή η οποία ματαιώνεται από την πρόσθεση του ήχου στην οπτική εικόνα. O Πουντόβκιν και ο Αϊζενστάιν κατήγγειλαν την ηχητική ταινία, αλλά πίστευαν ότι αν ο ήχος χρησιμοποιηθεί συμβολικά ή αντιφωνικά κι όχι ρεαλιστικά, γίνεται μικρότερη ζημιά στην οπτική του διάσταση δηλαδή στην εικόνα. Αντίθετα ο Τσάρλι Τσάπλιν πρόσθεσε μουσική και σπικάζ στις ταινίες του που τα έγραψε ο ίδιος. Αποδείχτηκε ότι ο ήχος κάνει πιο εμπορική μια ταινία, όπως και το χρώμα. Με τον ήχο η ταινία γίνεται πιο καταναλωτική σαν προϊόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ήχος κάνει κακό στον κινηματογράφο, αλλά ότι διαφοροποιεί την λογική κατασκευής και την αισθητική του. O ηχητικός κινηματογράφος γίνεται λιγότερο επιθετικός γιατί η γλώσσα είναι ένα εμπόδιο, και ταυτόχρονα λιγότερο περιγραφικός και πιο περιεκτικός, γιατί μπορεί να αφηγηθεί περισσότερα πράγματα στο ίδιο χρονικό διάστημα και να καλύψει τις αφηγηματικές αφαιρέσεις με τον ήχο, την αφήγηση, το διάλογο, ή τη μουσική. Ο ήχος επίσης συμπληρώνει πολύ συχνά τις αδυναμίες της εικόνας.

H αρχιτεκτονική της αφήγησης ως προς την σαφήνεια και την πειστικότητα.

Το πρώτο θέμα του κινηματογράφου είναι η πόλη, o χώρος. Οι ταινίες των αδελφών Λυμιέρ είναι μονοπλάνα, σκηνές ενός τμήματος της πόλης. (Έξοδος από το εργοστάσιο, η άφιξη του τραίνου κλπ.) O Mελιες, σχεδόν ταυτόχρονα, γυρίζει τις πρώτες ταινίες με τρυκάζ και ως εκ τούτου κατασκευάζει σκηνικά. Μπορούμε να πούμε ότι οι δυο πρώτοι είναι οι πατέρες του ρεαλιστικού κινηματογράφου και ο δεύτερος ο πατέρας του φανταστικού κινηματογράφου. Οι πρώτοι αποτυπώνουν έναν υπάρχοντα χώρο, την πόλη, και μια υπάρχουσα πραγματικότητα, ενώ ο δεύτερος κατασκευάζει το χώρο, κατασκευάζει μια πραγματικότητα. Κανένας όμως δεν έχει πρόθεση να κάνει αρχιτεκτονική, παρόλο που ο κινηματογράφος είναι τελικά δέσμιος του χώρου. Οι αρχιτέκτονες, είναι σ’ όλους γνωστό, έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με τον κινηματογράφο και αναφέρονται πολύ συχνά στην σκηνογραφική πλευρά του, στον κινηματογραφικό χώρο. Δεν θα σταθούμε σ’ αυτό το σύμπτωμα. Θα κάνουμε όμως μια σημαντική παρατήρηση. O κινηματογράφος είναι μια έκφραση θερμή. Ελέγχει απόλυτα τα συναισθήματα του θεατή και κατά συνέπεια και την σχέση του με τον απεικονιζόμενο χώρο που καταγράφεται πάντα μ’ έναν τρόπο γραμμικό και μονοδιάστατο. H αρχιτεκτονική είναι μια έκφραση ψυχρή. Δημιουργεί χώρους που οι ‘’θεατές’’ στην συνέχεια θα βιώσουν ο καθένας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. H αρχιτεκτονική δεν μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματα του κοινού της που κινείται ελεύθερα κι απρόβλεπτα σ’ ένα χώρο τρισδιάστατο και σχηματίζει διαφορετικές εντυπώσεις. Μάλλον αυτό είναι το στοιχείο που ‘’ζηλεύουν’’ οι αρχιτέκτονες στους σκηνοθέτες. Το γεγονός δηλ. ότι ο κινηματογράφος -η κάθε ταινία διαφορετικά- μπορεί και επιβάλλει στο κοινό του πάντα τις ίδιες εντυπώσεις.

Παρόλα αυτά, όταν κάνουμε κινηματογράφο νομίζουμε ότι αναπαριστούμε τον κόσμο. Στην έννοια αυτή δεν συμπεριλαμβάνω μόνο τον χώρο αλλά και τη ζωή. Ακόμα όμως κι όταν προσπαθούμε να τον αναπαραστήσουμε μ’ έναν τρόπο ρεαλιστικό συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος που βλέπουμε απέχει απ’ αυτόν που ξέρουμε. Είναι ο ίδιος χωρίς να είναι ίδιος. Κι όμως ως θεατές, γνωρίζουμε τον κόσμο μέσα από τις εικόνες του κινηματογράφου. Γνωρίζουμε την πόλη μέσα από τις εικόνες του. Αυτό το πραγματικό, που από την στιγμή που αποτυπώθηκε από τον κινηματογράφο έπαψε πια να είναι πραγματικό, το εκλαμβάνουμε ως πραγματικό, μένει στην μνήμη μας, θέλουμε να το αναπαραστήσουμε στη ζωή μας. Είναι τόσο πειστικός ο κινηματογράφος που πολλές φορές επηρεάζει ή και αντικαθιστά ακόμα και την προσωπική μας ιδιαίτερη αντίληψη για τον κόσμο, αντικαθιστά ακόμα και τις αναμνήσεις μας. Έτσι κι εγώ, το 1970, όταν έφτασα στο Παρίσι επισκέφτηκα με την πρώτη ευκαιρία το χώρο που γυρίστηκε το φινάλε της ταινίας ‘’Κυριακές στην πόλη Αβρέ’’, μιας ταινίας που τότε μου είχε κάνει εξαιρετική εντύπωση. Δεν ήταν όμως ο ακατοίκητος χώρος της ταινίας που ήξερα αλλά ένα πολυτελέστατο εστιατόριο. Έμεινα και ξόδεψα ένα συνάλλαγμα σ’ ένα μέτριο δείπνο. Έφυγα την άλλη μέρα το πρωί, γιατί δεν είχα χρήματα να πάρω ταξί μέχρι το Παρίσι, τριγυρίζοντας στους παγωμένους δρόμους όλη την νύχτα για να μην ξεπαγιάσω. Αυτό ήταν και το καλύτερο μάθημα για να καταλάβω αυτή την λεπτή μετατόπιση, την διάφορα του πραγματικού από το είδωλο, της εικόνας από την απεικόνιση. Από τότε προσπάθησα πολλές φορές να καταδείξω μέσα από διάφορα μέσα και τρόπους πόσο διαφορετικό είναι αυτό που βλέπουμε σε μια οθόνη από αυτό που συμβαίνει, ακόμα κι αν η μετάδοση γίνεται ταυτόχρονα με κάδρο γενικό και σταθερό. Ακόμα και τότε η θέαση γίνεται μυθοπλασία και δεν έχει καμία σχέση ούτε με τον τρόπο που βλέπει τον χώρο ένας αρχιτέκτονας ή ένας κοινωνιολόγος ή ένας πολιτικός. Εμείς οι κινηματογραφιστές απεικονίζουμε τον κόσμο ανάλογα με το πώς νομίζουμε ή μπορούμε, συμμετέχοντας έτσι στην πιο τέλεια και πειστική πλαστογραφία που ξεγελά ακόμα και την Ιστορία που δεν την καταγράφει ως πλαστογραφία αλλά ως ντοκουμέντο. Αν προσθέσουμε και το κάδρο, το μοντάζ, την φωτογραφία, την αφήγηση και την ιδιαιτερότητα της επικοινωνίας με τον θεατή, η πλαστογραφία γίνεται ακόμα πιο πειστική, πιο πλαστή. Όταν λέμε ότι η κάμερα ψεύδεται, απλώς υπογραμμίζουμε τις άφθονες απάτες που διαδραματίζονται στο όνομά της. O κόσμος του κινηματογράφου, που προετοιμάστηκε από την φωτογραφία, έγινε συνώνυμος με την ψευδαίσθηση και την φαντασία, αντικαθιστώντας την μπομπίνα με την πραγματικότητα. Τελικά όμως αυτό είναι που θυμόμαστε, αυτό είναι που θέλουμε να αναπαραστήσουμε, επεμβαίνοντας στην πραγματικότητα. Θέλουμε να την αλλάξουμε σύμφωνα με αυτά που είδαμε στην κινηματογραφική της απεικόνιση.

Είναι ο μύθος του Νάρκισσου που ερωτεύτηκε την εικόνα του.

O κινηματογράφος είναι τόσο θερμός όσο και η λογοτεχνία από την οποία και προέρχεται. Και τα δυο αυτά έχουν την δύναμη να γενούν φαντασίες και φαντασιώσεις στον αναγνώστη, στον θεατή. O Τζόυς στην «Αγρύπνια του Φίννεγκαν» επινοεί τον όρο ‘’ABΓ-ό–μυαλοι’’, δηλ. άμυαλοι, αλφαβητικά ελεγχόμενοι.

Αν συνειδητοποιήσουμε την απουσία της πραγματικότητας στην κάθε απόπειρα αναπαράστασής της, τότε ελευθερωνόμαστε σαν δημιουργοί. Τότε μόνο μπορούμε να βουτήξουμε χωρίς ένοχες στην υποκειμενικότητά μας και να φτιάξουμε κόσμους στα δικά μας μέτρα. Τότε ο κόσμος μπορεί να πάρει διαστάσεις φανερά μη πραγματικές και το πραγματικό να μετατοπιστεί στο μη πραγματικό της αναπαράστασής μας. H αρχιτεκτονική του χώρου μετατοπίζεται στην αρχιτεκτονική της σύνθεσης της εικόνας, στην αρχιτεκτονική της αλληλουχίας των εικόνων, στην αρχιτεκτονική των διαδρομών των ηρώων μας, στην αρχιτεκτονική της αφήγησης και της δραματουργίας, στην αρχιτεκτονική της επικοινωνίας. Για τον κινηματογραφιστή ο όρος αρχιτεκτονική είναι συνώνυμος με τους όρους σύνθεση, ενορχήστρωση, μοντάζ. Το 1985 η ηρωίδα στο ‘’Βλέμμα του Δαίδαλου’’(1) συναντάει στο τέλος τον Άλαν Mπέιτς από την ταινία ‘’Ζορμπάς’’ του Κακογιάννη και το 1999 στο ‘’Κλειστό Κύκλωμα’’(2) οι ήρωες της ταινίας συναντιόνται και γιορτάζουν τα γενέθλια της κόρης τους σε ένα υποθετικό χώρο, που δεν είναι ούτε το διαμέρισμα που ζει ο πατέρας, ούτε το διαμέρισμα που ζει η μητέρα αλλά το ίδιο το κλειστό κύκλωμα που εγκατέστησαν στους δυο χώρους για να επικοινωνούν μεταξύ τους όντας χωρισμένοι. Στον κινηματογράφο γενικά κανένας χώρος δεν είναι λιγότερο υποθετικός από κάποιον άλλο. Αυτό που του δίνει την ψευδαίσθηση του πραγματικού είναι αυτό που ονομάζουμε αληθοφάνεια. Στο ‘’Θωρηκτό Ποτέμκιν’’ η εκτέλεση των ναυτών που εξεγέρθηκαν έγινε στο κατάστρωμα του πλοίου, μόνο που αντί να στρώσουν ένα καραβόπανο από κάτω τους για να μην λερωθεί το κατάστρωμα από τα αίματα, ο Αϊζενστάιν σκέπασε τα πτώματα μ’ αυτό για να κρύψει το αποτρόπαιο θέαμα. Κανείς δεν πρόσεξε την διαφορά. (Μπρεχτ) Τι είναι όμως η αληθοφάνεια; Πώς μας προκύπτει σαν μέτρο προσέγγισης της πραγματικότητας; Γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν αδύνατο κεφαλαιοκράτη ή έναν χοντροκομμένο διανοούμενο; Γιατί μας είναι δύσκολο να δείξουμε την λεπτότητα των συναισθημάτων ενός μανιακού δολοφόνου ή την μοχθηρότητα ενός μικρού κοριτσιού; Γιατί υποχρεωνόμαστε να διορθώνουμε την ίδια την πραγματικότητα, αφαιρώντας ή προσθέτοντας αυθαίρετα στοιχεία που μας ξενίζουν σε επίπεδο αισθητικής ή κατανόησης; Είναι το ίδιο το γεγονός της απεικόνισης, του ειδώλου, της πλαστογραφίας όπως αυτή καταγράφτηκε στην προσωπική και συλλογική μνήμη μας; Είναι μια αναπηρία, μια αδυναμία να κατανοήσουμε το πραγματικό του οποίου οι διαστάσεις είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ αυτό που μπορούμε να δούμε, να αντιληφθούμε, να αφομοιώσουμε ή να περιγράψουμε; Είναι η σύμβαση του να γίνουμε κατανοητοί, πιστευτοί, επιλέγοντας τρόπους πιο απλούς για να επικοινωνήσουμε; Είναι η αποξένωσή μας από το πρωτότυπο; Ενδεχομένως είναι όλα αυτά μαζί. Είναι η υπέρτατη και ανυπέρβλητη σύμβαση. Ακόμα κι αν καταφέρουμε να κάνουμε έναν κινηματογράφο interactive, ακόμα και τότε η αληθοφάνεια θα είναι το μέτρο μας. Στη Βίβλο, αλλά και σε κάθε μυθολογική εκδοχή της δημιουργίας, πολύ σοφά αναφέρεται ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ένα αντίγραφο, καταδικασμένος όχι απλά να αντιγράφει ατελώς την εικόνα του αλλά και να αντιγράφει τα αντίγραφα του.

 

_

γράφει ο  Νίκος Γιαννόπουλος
              Σκηνοθέτης - Παραγωγός

 

 

(1) Ταινία μυθοπλασίας σε σκηνοθεσία Νίκου Γιαννόπουλου και σενάριο Δημήτρη Νόλα σε ιστορία του Νίκου Γιαννόπουλου
(2) Ταινία μυθοπλαστίας σε σκηνοθεσία Νίκου Γιαννόπουλου και σενάριο Ρούλα Πιεράκου σε ιστορία του Νίκου Γιαννόπουλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

6 Σχόλια

  1. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Το ξαναδιάβασα, έχοντας χρόνο… και αποζημιώθηκα! Απλό, κατανοητό, σύντομο και πλήρες, απαλαγμένο απολύτως από την πολύ συνηθισμένη αμετροέπεια και τον βερμπαλιστικό καταιγισμό περιττών όρων σε παρόμοιες αναλύσεις. Ευχαριστώ!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Θα συμφωνήσω μαζί σου Απόστολε. Απλό όσο πρέπει, περιεκτικό όσο πρέπει. Το τελευταίο κομμάτι χορταστικό.

      Απάντηση
  2. Πουπερμίνα

    Βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα την παρατήρηση περί αποδοχής της απουσίας της πραγματικότητας στην απόπειρα αναπαράστασης, προς όφελος της απελευθέρωσης του/της δημιουργού.

    Δεν γνωρίζω από πού αντλείται η διάκριση ψυχρό και θερμό που γίνεται για την αρχιτεκτονική και τον κινηματογράφο ( λογοτεχνία ) αντίστοιχα, ωστόσο μοιάζει να μπαίνει θετικό πρόσημο στο θερμό για να παινευτεί το σπίτι (βλ. σινεμά) του σκηνοθέτη.
    Θα ήθελα να το τοποθετήσω διαφορετικά από την πλευρά του αρχιτέκτονα. Τόσο η ταινία όσο και το βιβλίο αποτελούν ένα ακλόνητο όλο, ένα κ λ ε ι σ τ ό, τέλειο έργο που γενικά δεν αλλοιώνεται από τον θεατή ή τον αναγνώστη. Ομιλίες και μετακινήσεις την ώρα της προβολής ή υπογραμμίσεις στα αντίτυπα των εκδόσεων τους αποπροσανατολίζουν δυσάρεστα στην προσπάθεια να εξοικειωθούν νοητικά και να βυθιστούν συναισθηματικά με/στο σύμπαν του δημιουργού.
    Αντίθετα το αρχιτεκτόνημα αποτελεί μια συνθετική κατάθεση α ν ο ι χ τ ή στον αποδέκτη, που με την κίνηση μέσα του, τη χρήση, την πλήρωση με προσωπικά στοιχεία, ή και την μετατροπή θα το ‘κυριεύσει’, θα το κάνει πεδίο βίωσης των φαντασιώσεών του και θα το αποδώσει μεταμορφωμένο από τον ίδιο και τη φαντασία του. Πόσο μάλλον αν ο αποδέκτης είναι συλλογικότητα. Στο δομημένο χώρο η υποκειμενικότητα του δημιουργού συναντάται έτσι υλικά με την υποκειμενικότητα του αποδέκτη.
    Μη ψάξετε στο ανοικτό έναντι του κλειστού πρόσημο, Δεν υπάρχουν κακές τέχνες, μόνον ατυχή ή άτολμα δείγματα.

    Απάντηση
    • Νίκος Γιαννόπουλος

      Αγαπητή Πουπερμίνα, Οι όροι ”ψυχρό” και ”θερμό” είναι όροι επικοινωνίας κι όχι αξιολόγησης. Όσο πιο θερμό είναι ένα μέσο τόσο λιγότερη ελευθερία ερμηνείας επιτρέπει στο κοινό. Όσο πιο ψυχρό είναι ένα μέσο τόσο μεγαλύτερη ελευθερία ερμηνείας αντίστοιχα. Παρέλειψα ίσως να πω ότι πολλές φορές οι σκηνοθέτες ή οι συγγραφείς, ζηλεύουμε στους αρχιτέκτονες το γεγονός ότι τα έργα τους επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις σε σχέση με τα δικά μας όπου ουσιαστικά προσπαθούμε να επιβάλουμε την δική μας οπτική στο κοινό. Αλλά αυτές οι διαφορές είναι ”παθογένειες” των ”καλλιτεχνημάτων” μας και αν παραβιαστούν αλλοιώνουν έως καταργούν την ίδια τη φύση τους. Είτε λοιπόν μας αρέσει, είτε όχι, κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα υπαγορεύει έως επιβάλλει από μόνη της τους όρους της ύπαρξης της στον αντίστοιχο δημιουργό. Αν κατάφερα να γίνω σαφής ίσως σας διευκολύνω να κάνετε μια καλλίτερη ανάγνωση του κειμένου όπου δεν αξιολογώ τι είναι καλλίτερο και τι υποδεέστερο αλλά διαπιστώνω μόνο τις διαφορετικές σχέσεις του κοινού με τα δημιουργήματα και τους δημιουργούς και το αντίστροφο.
      Ευχαριστώ για τις ενστάσεις σας και συμφωνώ απολύτως με το πως περιγράφετε το αρχιτεκτόνημα.
      ΥΣ. Χρήσιμη βιβλιογραφία το
      Understanding Media: The Extensions of Man by Marshall McLuhan
      Σημ: Πόσο δύσκολο είναι να γράφει κανείς και να επικοινωνεί με το πραγματικό του όνομα; (Θέμα άλλης συζήτησης

      Απάντηση
      • Πουπερμίνα

        Σας ευχαριστώ για την απάντησή σας και τη βιβλιογραφική παραπομπή.. Οι απόψεις συγκλίνουν, αν και “η γλώσσα είναι ένα εμπόδιο”, όπως γράφετε.
        Το πότε και πώς επιλέγει κανείς να συνταυτιστεί δημόσια με τη διαδικτυακή του περσόνα είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Στην περίπτωσή μου η συγγραφική δημιουργικότητα απελευθερώθηκε ταυτόχρονα με το που γεννήθηκε η blogger.
        Θα πάρει κάποιο χρόνο η συμφιλίωση του αληθινού με το αναληθές, κυρίως η διευκρίνιση, ποιό είναι ποιό.
        Με εκτίμηση.

        Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!