Κάποιο μεσημέρι, ενός Αυγούστου διαφορετικού απ’ όσους είχαν περάσει και απ’ όσους θα έρθουν, ο ήλιος λαμπερός έκαιγε τα κορμιά των λουόμενων της ακτής. Φυσούσε λίγο, πολύ λίγο. Τόσο όσο χρειαζόταν για να μας παρασύρει η θάλασσα.

Μας ξέβρασε η θάλασσα. Μας πήρε και μας έβγαλε στην αμμουδιά σαν  φύκια, σαν δυο πράσινα μπλεγμένα φύκια.

Όπως το κύμα μας πετούσε έξω, άπλωσα το χέρι μου για να ψάξω από κάπου να κρατηθώ.  Βρήκα το δικό σου και το κράτησα σφιχτά.

Μετά με αγκάλιασες. Ξαφνικά. Απρόσμενα. Έφερες τα χέρια σου στη μέση μου και με τράβηξες κοντά σου, τα δικά μου χέρια πλέχτηκαν στον λαιμό σου και οι ψυχές μας χαμογελούσανε.

Νύχτωσε γρήγορα. Σκοτάδι απλώθηκε παντού γύρω μας και ένα ολόγιομο φεγγάρι ψηλά στον ουρανό. Δίχως αστέρια. Δίχως ελπίδες. Κι έτσι, δεν προλάβαμε να δούμε μαζί ηλιοβασίλεμα, μοναχά στο σκοτάδι προλάβαμε να ζήσουμε.

Είναι, όμως, όμορφη η θάλασσα τις νύχτες. Δεν είναι; Και εμείς είμαστε πιο όμορφοι την νύχτα. Δεν είμαστε;

Πρωί πρωί, μόλις ξημέρωσε, έτρεξες να κρυφτείς στη θάλασσα. Έπρεπε να γνώριζα, να το είχα αντιληφθεί. Δεν υπήρχε διέξοδος.

Εσύ ήσουν ο βυθός ολόκληρος και ‘γω ένα μικρό κοχύλι που έψαχνα απεγνωσμένα ένα κύμα να με φέρει στην αμμουδιά.

_

γράφει η Χριστίνα Παπαβασιλείου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!