Select Page

Α.

Α.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Χρονιά από εκείνες, με μια εφηβεία που είχα σίγουρα καταπιεί. Μαγείρευα σπέσιαλ ομελέτα για τη μικρή ανιψιά παριστάνοντας το σεφ και εκείνη ξεκαρδιζόταν. Τι όμορφο γέλιο. Ακόμα το θυμάμαι τόσο γάργαρο, τόσο αληθινό. Θυμάμαι όμως και εκείνον τον ήχο, του τηλεφώνου, να το σπα αυτό το γέλιο. Έσβησα το μάτι αφήνοντας πάνω το τηγάνι και έτρεξα για μέσα. Ασύρματα δεν είχαμε τότε. Καλώδια μακριά και καντράν, με το θόρυβο στο κάθε νούμερο. Καλέστε πάλι το 0. Τρρ τρρ τρρ… και κλακ. Αστεία τηλέφωνα. Ερωτεύσιμα ακόμα στο δικό μου μυαλό, που πενθεί συχνά τη νοσταλγία.

Το σήκωσα με τα χέρια λαδωμένα, σκεπτόμενη την κατσάδα της μάνας μου για λίγο. Με ένα γέλιο που είχα κουβαλήσει από μέσα από την κουζίνα παρακάλεσα -όπως επιτάσσει το savoir vivre της παιδείας μου-. Μα όσο κι αν παρακάλεσα τα νέα δεν υπήρξαν ευγενικά. Από την άλλη γραμμή δεν ακούστηκε –αλήθεια- τίποτα το ευγενικό. Ρώτησα, ξαναρώτησα και το έκλεισα με ένα ξερό «Ναι θα το πω».

Θα το πω... Έμεινα μέσα στο δωμάτιό μου, στο κάστρο μου, με τις αφίσες και τις κασέτες και το ξύλινο πάτωμα που τρίζει. Όρθια, με λαδωμένα χέρια. Πήρα το ακουστικό και το καθάρισα με τα ίδια αυτά χέρια. Άθλια κίνηση το ομολογώ. Μα και καθόλου αποτελεσματική. Ύστερα κοίταξα το μαύρο κασετόφωνο. Μπροστά του, ένας σωρός από κασέτες. «Θα τις μαζέψεις επιτέλους; Κοίτα την αδερφή σου που τις έχει σε θήκες και αλφαβητικά» άκουγα τη μάνα μου να επαναλαμβάνεται σαν ηχώ στο μυαλό μου. Αλφαβητικά… σκέφτηκα. Στο Α-Αντρέας. Και εκείνη η κίτρινη με πράσινη ετικέτα κασέτα με τα παραμύθια από «Άμπρα Κατάμπρα» - την ξέρεις;- είχε φάει εγγραφή από πάνω με τις δικές μας φωνές. Α. Αντρέας. Φωνάζαμε και γελάγαμε και είχε ένα γέλιο Α-αστείο, με τα δόντια του προς τα έξω. Μου έδινε και Α-αγκαλιές. Λίγο πιο μεγάλος και εγώ το κοριτσούδι που  Α-αγαπούσε να τον βλέπει να γελά και να μιλά για Α-αθλητικά. «Θα γίνεις Παναθηναϊκός» μου είπε. Και έγινα. Δεν ήξερα κανέναν. Λάθος, μόνο εκείνον τον… πώς τον έλεγα και γέλαγε; Τον Στραταποστολάκη. Έτσι έλεγε στο τραγούδι του, έτσι νόμιζα ότι τον λέγαν, τι θες;

Α-Αντρέας. Κοίταξα την ντουλάπα μου. Πάνω εκεί είχε ένα μολύβι. «Ψήλωσες», του είπε η μάνα μου, «από την προηγούμενη φορά». Κι εγώ δίπλα μια άλλη γραμμή πιο ψηλή από εκείνον. Πλάκα είχε που δεν ένιωθα άβολα. Α-Αντρέας. Και δίπλα μας τα αδέρφια του, τα πιτσιρίκια, ο Παναγιώτης, ο Βασίλης, η Ελευθερία. Γέλαγαν, ακροατήριο και θεατές μαζί. Κι εμείς… ό,τι θες. Χοροί, καραγκιόζηδες και φάρσες στα κρυφά στο τηλέφωνο, με τη μάνα να μου λέει με πνιχτή φωνή «μην το μάθει ο πατέρας σου». Μέσα στην κουζίνα τρώγαν και πίναν και γέλαγαν. Μετά στο σαλόνι το γλυκό. Εμείς εκεί, στο δωμάτιο με τις αφίσες και τα παιχνίδια.

Α-Αντρέας. Με ένα φιλί που δεν το μαρτυρήσαμε. Πλάκα είχε. Ξαφνικό, παιδικό, πεταχτό και αστείο. Με τα δόντια έξω, σου λέω. Α-Απίθανο. Και Α-Αμήχανο. Κόκκινοι σαν τα παντζάρια. Να το βλέπω μετά στον ύπνο μου. Α-Αντρέας. Το πρώτο μου φιλί.

Στην κουζίνα περιμένει η ανιψιά μου. «Θα φάω;» μου λέει με παράπονο. Προχωράω στεγνά. Κοίταξα άλλη μια το τηλέφωνο. Μήπως δε χτύπησε; Μπορεί και να μη χτύπησε, έλεγα. Στάθηκα στην κουζίνα. Μισή έξω  μισή μέσα. Τι ώρα είναι; Τι μέρα; Τέλειωνε το καλοκαίρι και ποτέ μου δεν κοίταζα μέρες. Είχα ακόμα για το σχολείο. Μα τώρα, πάλευα να βρω τη μέρα. Δε μπορούσα. Μηχανικά πήρα –θυμάμαι- το τηγάνι και το άδειασα στο πιάτο της. «Φάε» της λέω. Με κοιτά παραπονεμένη. Ύστερα κοίταξα το πιάτο της. Μια μαύρη ομελέτα. Κάηκε. Δεν έπρεπε να αφήσω το τηγάνι πάνω. Κάηκε. Δεν έπρεπε. Α-Αντρέας. Δεν έπρεπε…

Οι ώρες περνάνε έχοντας πάει τη μικρή πίσω. «Να φάει», είπα, σαν την παρέδωσα. «Εγώ της έκανα μια μαύρη ομελέτα». Κι έφυγα. Το σπίτι, όταν έμενα μόνη το γούσταρα. Τώρα ένιωθα τόσο μικρή που φοβόμουν. Τίποτα δε μπορούσα να κάνω, να πιάσω, να κάτσω. Έμεινα όρθια να κοιτάζω το παλιό σύνθετο. Αγαλματάκια, παλιά ποτήρια και μπομπονιέρες από γάμους οικείων. Μια τηλεόραση στη μέση, σημείο καβγά με τον πατέρα. «Πάλι διάολε; Κεραίες θα βγάλεις!». «Τρέχα ανεβαίνει ο πατέρας σου κλείσε την πριν μπει», α ρε συνωμότισσα μάνα! Α.-Αντρέας. Πού είναι; Κοίταξα στο ταβάνι. Ύστερα γύρω. Πού πάει;

Στράφηκα στην κουζίνα. Καθάρισα όλα τα μαύρα. Δεν αντέχονται. Έτριψα. Ξανά και ξανά. Ύστερα βάλθηκα να καθαρίζω. Τόση μαυρίλα. Γιατί έχουμε τόση σκόνη; Ξανά και ξανά. Έστρωσα κρεβάτια. Σφουγγάρισα. Ξανακοίταξα το ρολόι. Πού είναι πια όλοι; Πότε; Πώς; Μπήκα ξανά στο δωμάτιο. Πήρα την κίτρινη κασέτα με το πράσινο αυτοκόλλητο. Α-Άμπρα κατάμπρα. Βγες. Πού είσαι; Εδώ μέσα; Πήγα να τη βάλω να παίξει. Λύγισα. Την έβγαλα. Δε θέλω. Την πήρα στα χέρια.  Αγκαλιά. Τόσο θα έχω. Από τώρα. Από εδώ και πιο πέρα. Πέρασε ώρα. Ακίνητη με μια κασέτα στα χέρια. Α-Αντρέας.

Η πόρτα έκανε φασαρία. Κλειδί. Ήρθαν. Και τώρα; Σηκώθηκα σαν γριά. Περπάτησα σαν γριά. Μπαίναν φορώντας χαμόγελα, κρατώντας ψώνια. Πόσες σακούλες... Τις άφησε κάτω. Το κατάλαβε. Τον είδα. Με είδε. Φοράγαμε πάντα ίδια μάτια. «Χτύπησε», είπα, «το τηλέφωνο». «Πότε;» μου είπε. Δεν ήξερα. Πριν λίγο. Σαν λίγο ήταν. Δε θυμάμαι τη σειρά. Μπορεί να είπα πρώτα γέφυρα. Μπορεί να είπα πρώτα ποδήλατο. Μπορεί και νοσοκομείο. Είπα όμως ένα Α. Το Α του Αντρέα και τότε το κατάλαβα. Πως για να το λέω έγινε. Κρατήθηκα. Πολλές σακούλες. Όλες πάτωμα και πίσω του φωνές. Κι εκείνος να χτυπά το κεφάλι στην κάσα της πόρτας. Του κράτησα Α-αδέξια το μπράτσο. Τι δυνατή. Τι γενναία. Τι σκατά.

Στο δεύτερο τηλέφωνο πήραμε για ένα θαύμα. Α-Αηδίες. Δεν γίνονται. Θύμωσα. Κοίταζα τις εικόνες πάνω από την κάσα του δωματίου μου. Τις μίσησα. Να φύγουν. Δεν ανήκουν εδώ. Μόνο η μουσική και οι αφίσες μου από εδώ και πέρα. Να πάνε στο διάολο. Α-Αηδίες. Α-Αντρέας. Κανένα θαύμα…

Κι ύστερα χαστούκι. Α-Απαγόρευση. Δεν κάνει. Μείνε εδώ. Γιατί; Γιατί πονά. Και; Δεν πήρα μια Α-Απάντηση. Δεν κάνει να πονώ; Αφού πονώ. Φύγανε. Ντυμένοι στα μαύρα οι τρεις τους. Εγώ και το σπίτι πάλι πιο μικροί από ποτέ. Δίχως Α-Αντίο. Δίχως Α-Αντρέα. Έβαλα την κασέτα. Ξανά και ξανά...

Πέρασαν χρόνια. Αιώνες. Ίδια μνήμη. Δίχως το αίμα. Μόνο η πληγή. Ξεραμένη. Κι ένας Α. Να λείπει. Σαν ντύθηκα στα Α-άσπρα ήρθε και με πήρε μια Α-αγκαλιά ίδια, σαν ίδιος εαυτός φορεμένος σε γέρικο σώμα, πονεμένο, τόσο όσο και τα χρόνια, πόνος βαθύς και γραμμένος παντού. Και κόκκινος από τσικουδιά που κάποιοι Α-αφελείς τον βρίσκαν Α-αστεία φιγούρα. Ά-άσπρος από τα γένια και Μ-μαύρος, σαν το Μ το δικό μου, πάντα ντυμένος. Μου ψιθύρισε πως με Α-αγαπούσε και πως το ήξερε. Μια τέτοια μέρα ένα Α-απωθημένο. Κι ύστερα ήπιαμε μαζί. Και γελάσαμε πολύ δυνατά. Τόσο δυνατά που δεν έμοιαζε πια με γέλιο. Εκεί βρήκα τον τρόπο. Να πονέσω με τη χαρά μου. Και να πω ένα Α-Αντίο...

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

6 Σχόλια

  1. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Συγκλονιστικό! Η πένα σου πετάει στα ύψη των γνήσιων συναισθημάτων. Τα εύγε δεν ταιριάζουν.Τόσα πολλά μαζί μπορεί να γίνουν τροχοπέδη κι εσύ καλλίτερα να μην έχεις.

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Απόστολε, ό,τι κι αν πω για την στήριξή σου θα είναι λίγο… Σε ευχαριστώ από καρδιάς

      Απάντηση
  2. 'Αννα Ρουμελιώτη

    Μοναδικό το άγγιγμα της γραφής σου!!Να είσαι καλά Μάχη μου!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!