Ήρθα, θυμάσαι;
Σε πλησίασα, με πρόσεξες;
Καθόσουν σε μια πολυθρόνα
Σε παρατήρησα καλύτερα,
Πόσο πολύ είχες αλλάξει.
Είπα ένα γεια και σίγησα
Το βλέμμα σου ήταν στο κενό,
Βυθισμένος στο δικό σου κόσμο.
 
Δεν μιλούσες, μόνο χαμογελούσες.
Άραγε ένιωθες την παρουσία μου;
Θυμόσουν το όνομά μου;
Ο κόσμος σου, ήταν καλύτερος
από το δικό μου;
Φοβόσουν; Λυπόσουν; Πονούσες;
Έμοιαζες τόσο γαλήνιος εκεί,
Βυθισμένος στο δικό σου κόσμο.
 
Ήθελα τόσα να σου πω,
Μα σώπαινα. Δειλία ίσως;
Έψαχνα καιρό να βρω να πω
Τις σωστές λέξεις. Μάταια όμως.
Τι να έλεγα; Θα με άκουγες;
Θα σε άφηνε το σκοτάδι σου να με προσέξεις;
Έτσι, έμενα να σε κοιτάζω όπως ήσουν
βυθισμένος στο δικό σου κόσμο.
 
Πόσο με τρόμαζε το σκοτάδι των ματιών σου.
Πόσο λυπόμουν για τις στιγμές που έχασα, μακριά σου.
Μα τι σημασία έχουν όλα τώρα; Εσύ είσαι πια
βυθισμένος στο δικό σου κόσμο…
 
_
γράφει η Μαίρη Κάντα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!