Καθόμασταν αρκετή ώρα στο πεζούλι αντικριστά. Εκείνος έπλεκε τα δάχτυλα των χεριών του με σκυμμένο το κεφάλι κι εγώ χάζευα πώς κοκκίνιζε το ρολόι του Κυρρήστου στην Πλάκα... από το όμορφο ηλιοβασίλεμα. Πόσες φορές έχω έρθει εδώ, σκεφτόμουν. Να γράψω, να σκεφτώ. Σε αυτό εδώ ακριβώς το σημείο είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση να αφήσω τον Γιώργο. Ακόμα θυμάμαι τα δάκρυα που συνεχώς σκούπιζα και τα σκισμένα χαρτιά με τα υπέρ και τα κατά που με είχε βάλει η φίλη μου η Άννα να γράψω. Τώρα τίποτα δε θύμιζε καμιά εποχή και όμως όλα έφερναν αρώματα που είχα αφελώς διαγράψει από τη μνήμη.

Στο δρόμο περαστικοί τουρίστες με τις μηχανές στο χέρι και κάποιοι κάτοικοι που περπατούσαν αργά. Στην αρχή νόμιζα πως όλοι μάς κοίταζαν, ποιος ξέρει πόσες υποθέσεις θα έκαναν. Να δεις που όλη αυτή η σκέψη είναι που δε με αφήνει να γευτώ διαφορετικά αυτή την όμορφη εξομολόγηση του νεαρού Ηλία που έγινε ύστερα πλέξιμο των δαχτύλων του, σα σιωπηλή απελπισία στο δικό μου ψυχρό βλέμμα.

-Δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα στον έρωτα; Είναι απαγορευτικός; μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

-Δεν είπα ποτέ αυτό…, του είπα ελαφριά ταραγμένη σαν είδα τα καταγάλανα μάτια του να οπλίζουν, με στόχο μοναδικό τα δικά μου.

-Τότε; Τι πάει να πει διαφορά ηλικίας; είπε βουρκωμένος.

-Πάει να πει πως απέχουμε μίλια, του είπα. Σαν καράβια που το ένα μόλις ξεκίνησε από το λιμάνι του και το άλλο βρίσκεται σχεδόν στον προορισμό του, του είπα χωρίς να τον κοιτάζω.

-Εσύ τα τοποθετείς εκεί. Για κάποιο λόγο που προσπαθώ να καταλάβω ακολουθείς μια μοναδική γεωγραφία του κόσμου, μου είπε θυμωμένος.

Τον κοίταξα απότομα. Αυτή η φράση περί γεωγραφίας με μούδιασε. Είναι που μισούσα και αυτό το μάθημα. Παρά το γεγονός ότι ήθελα πάντα να ταξιδεύω και έβρισκα αφορμές από το επάγγελμα της δημοσιογραφίας για να το κατορθώνω συχνά, τους χάρτες και τα ατελείωτα μαθήματα για την πρωτεύουσα της κάθε χώρας τούς μισούσα. Ούτε μπορούσα να σου πω με σιγουριά πού βρίσκεται η καθεμιά. Η κάθε χώρα για μένα βρισκόταν στις γεύσεις της, στις αναμνήσεις της, στους ανθρώπους της.

Γεωγραφία μοναδική. Τι πάει να πει μοναδική; Αφού τη μισώ, πώς την ορίζω; Έχει γεωγραφία η καρδιά; σκεφτόμουν. Τι όμορφη σκέψη. Ο Ηλίας είναι ποιητής. Είναι ζωγράφος. Είναι γεωγράφος… και εγώ τον αφήνω να ταξιδεύει μόνος του, ακυβέρνητο καράβι που ζητά την παρέα μου. Κι εγώ που ταξιδεύω χρόνια μόνη χωρίς ένα ενθύμιο ή ένα φυλαχτό στις αποσκευές μου τον διώχνω. Πιο πολύ έμαθα να διώχνω τελικά στη ζωή. Να γιατί μισούσα τους χάρτες. Γιατί δεν ήθελα να ξέρω πού άφησα το καθετί που θα μπορούσα ενδεχομένως να αγαπήσω και να του δοθώ…

Οι σκέψεις μου με συνεπήραν και θα ταξίδευα για ώρες αν δεν ένιωθα σαν ηλεκτροσόκ το χέρι του Ηλία στο δικό μου. Ο μικρός είχε τσαγανό. Είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής δίπλα μου. Το χέρι του με μούδιαζε και πάλι, σαν τα λόγια του. Ξαφνικά στεκόμουν δίπλα του, μύριζα την ανάσα του και ένιωθα παντελώς αγεωγράφητη. Μηδέν στο καταλογάκι της καθηγήτριας εκείνης που μισούσα έτσι κι αλλιώς. Μηδέν, Χριστίνα μου μηδέν. Πότε θα πεις μια πρωτεύουσα σωστά; Πότε; Τι σκέφτομαι Θεέ μου. Ο Ηλίας σφίγγει το χέρι μου σα να θέλει να με επαναφέρει. Ολική επαναφορά από κάποιο σοβαρό ατύχημα. Οι γιατροί με έχουνε με μάσκες. Ίσα που παίρνω λίγο οξυγόνο. Πνίγομαι. Πνίγομαι σε έναν κόσμο δίχως πρωτεύουσες. Η δική μου πρωτεύουσα πού είναι;

Τα χείλη του ακουμπάνε στα δικά μου. Μυρίζει… μυρίζει κάτι από κάποια χώρα μακρινή. Μάνγκο ίσως. Μα και ροδάκινο δικό μας. Μυρίζει λεβάντα και θάλασσα. Υγρά μεταξένια χείλη γεμάτα αγάπη. Γεύση που έχω ξεχάσει. Γεύση που ίσως να μην έχω ποτέ μου γευτεί. Η αμνησία των συναισθημάτων μου με εμποδίζει να επαναφέρω οτιδήποτε ίδιο, αν αυτό υπάρχει.

Μου είναι πλέον αδύνατον να τον σταματήσω. Κάθε σκέψη έχει χαθεί. Κάθε αναστολή έχει παγώσει. Μαζί με τον χρόνο. Ο Ηλίας έχει δικαίωμα στον έρωτα. Όχι, εγώ έχω δικαίωμα στον έρωτα. Σφίγγω την πλάτη του με τα χέρια μου για να τον νιώσω πάνω μου.  Τα κορμιά μας πλέον ενωμένα, σαν καράβια που για κάποιο λόγο βρήκαν το χρόνο έστω για λίγο να ανταμώσουν. Ταξίδια που ακολουθούν χάρτες που ταιριάζουν τις άγνωστες χώρες των προορισμών τους σαν παζλ. Για λίγο ταξιδευτές της ίδιας θάλασσας, μα κυρίως της ίδιας στεριάς.

Να και ένας τόπος που αναγνωρίζω. Ο Ηλίας. Μια χώρα που με θέλει να μένω και όχι να φεύγω. Μια χώρα που θέλω να μένω και όχι να φεύγω. Κι εγώ, ναι σίγουρα εγώ, δηλώνω ξεκάθαρα πως τώρα για αυτή τη μοναδική στιγμή, είμαι η πρωτεύουσα του Ηλία…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!