Γιαγιά και εγγονός | τοβιβλίο.net

Select Page

Γιαγιά και εγγονός

Γιαγιά και εγγονός

«Και τι είναι αυτό, γιαγιά μου;»

«Το τουφέκι μου, γιε μου».

«Το τουφέκι σου; Μα τι λες τώρα, βρε γιαγιά μου, δεν είναι έτσι τα τουφέκια, έστω όμως. Και σαν τι το θέλεις; Ποιον σκοπεύεις να σκοτώσεις;»

«Την ανία μου, τη βαρεμάρα, τη μοναξιά μου».

«Καλά τώρα. Σκοτωμός χωρίς αίματα γίνεται;»

«Μην το λες. Και αίμα έχει η φάση. Μόνο που δε φαίνεται. Και να σκεφτείς είναι το δικό μου. Ξέρεις πόσο από δαύτο σπαταλώ κάθε φορά που αυτοπυροβολούμαι;»

«Μα τότε, γιατί καλή γιαγιά μου κι εσύ το κάνεις;»

«Δε μού λες, Δημητρό μου, εσύ γίνεται να μην παίξεις με τους φίλους σου, με τα παιχνίδια σου; Κάπως έτσι κι εγώ».

«Ναι μα εγώ, μόνη σου το λες, έχω να κάνω με παιχνίδια και όχι με αίματα και σκοτωμούς».

«Εγώ μωρό μου παιχνίδια σαν τα δικά σου πάνε πάρα πολλά χρόνια που έχω να παίξω. Τώρα παίζω σκοτώνοντας την ώρα και τη ρουτίνα μου με τούτο δω το όπλο όπως προείπα. Μεγάλο όπλο, ψυχή μου. Έτσι και ξέρεις πώς να το χρησιμοποιείς σωστά, βοηθώντας σε να τοποθετείς τις λέξεις στην σωστή τους θέση έτσι που τα νοήματά σου να έχουν αρχή μέση και τέλος, δείχνει όλη του την αξία».

«Ναι μα εσύ μού έλεγες, ότι τα μισείς τα όπλα και τα φονικά».

«Σού το έλεγα και δεν αλλάζω γνώμη. Αυτό όμως είναι ένα όπλο που κάνει καλό τις πιο πολλές φορές».

«Και τις λίγες φορές που μένουν τι κάνει;»

«Καλή ερώτηση Δημητρό μου. Είναι τότε που το χρησιμοποιείς για να γράφεις αρλούμπες και ψευτιές που κάνουν κακό πρώτα και κύρια σ’ αυτόν που τις γράφει. Ξέρεις ε; Τα λόγια όταν τα λες, τα παίρνει ο αγέρας, χάνονται. Όταν όμως τα γράφεις με τούτο δω το πραγματάκι να σε βοηθά, μένουν χαραγμένα και δεν χάνονται. Κατάλαβες;»

«Κάτι πάω να πιάσω αλλά μού τα λες και λίγο μπερδεμένα. Να δεις πώς το λέει αυτό η μαμά… "Άλλο θέλεις να πεις και άλλο σου προκύπτει. Δεν παίρνεις τον ίσιο δρόμο αλλά πας από κάτι δρομάκια και μονοπάτια που δυσκολεύουν το διάβα σου". Έτσι λέει ».

«Παραβολή το λένε γιέ μου, αλληγορία. Είσαι ακόμη πολύ μικρός για να καταλάβεις».

«Εσύ λέγε μου κι εγώ, μη νομίζεις, όλα τα πιάνω».

«Σπίρτο μου εσύ...»

«Ορίστε, βλέπεις; Με λες "σπίρτο" που πάει να πει ανάβω εύκολα, που πάει να πει ότι είμαι έξυπνος, που πάει να πει ότι τα πιάνω όλα, όσα εσύ η σοφή μου γιαγιάκα μού λες».

«Δημητρό μου,  θα ήθελα να ήμουν στη θέση της δασκάλας σου. Τι ωραία λογάκια ακούει από τα στοματάκια σας. Τυχερή η κυρία».

«Πρώτα πρώτα δεν είναι δασκάλα, αλλά νηπιαγωγός. Ούτε κυρία είναι, αλλά δεσποινίς Κρινιώ».

«Εντάξει, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Λέγε την όπως θέλεις εσύ. Εγώ πάντως να ξέρεις την ζηλεύω. Και για να καταλάβεις πιο καλά να σου πω τούτο. Δεν παίρνει η δεσποινίς Κρινιώ τις χρωματιστές πλαστελίνες και φτιάχνει μικρά αριστουργήματα; Ε, όλα εσείς τα μικρά είστε η πλαστελίνη, που η νηπιαγωγός τώρα και σε λίγο η δασκάλα και πιο μετά ο καθηγητής, είναι που θα σας πλάσουν έτσι που να γίνετε και εσείς μικρά αριστουργήματα. Θα καλλιεργήσουν το μυαλό σας και αυτό θα γεννάει ιδέες».

«Θα καλλιεργήσουν είπες; Και τι είναι το μυαλό μας βρε γιαγιά μου; Χωράφι, αγρός;»

«Αμέ; Τι νόμιζες, Δημητρό μου, για νέο το ΄χεις; Χωράφι είναι που το οργώνει ο  δάσκαλος, του ρίχνει σπόρους (ιδέες) που μεγαλώνουν και δίνουν καρπούς».

«Ωραία μού τα λες γιαγιά μου, όμορφες οι αλληγορίες σου. Θα τις πω και στα παιδιά να μαθαίνουν».

«Μη σκιάζεσαι αγόρι μου, οι γιαγιάδες τους τούς τα έχουν ήδη πει. Γι’ αυτό  είναι οι γιαγιάδες».

«Τι  θέλεις να πεις δηλαδή; Ότι μόνο γι’ αυτό είναι οι γιαγιάδες;»

«Με άκουσες να λέω τέτοιο πράγμα, μωρό μου; Οι γιαγιάδες είναι και για πάρα πολλά άλλα, μα πάρα πολλά όμως».

«Ωραία αλλά ας μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας».

«Που είναι ποιο, πανέξυπνε εσύ εγγονέ και καμάρι μου;»

«Ωχ μωρέ γιαγιά μου, γιατί το λες και το ξαναλές; Και ποια είναι η εξυπνάδα που σού είπα για να καταλάβω και εγώ και να καμαρώνω;»

«Να ήταν μόνο μία παιδάκι μου; Εγώ στην ηλικία σου τίποτα δεν χαμπάριαζα».

«Γιατί, μωρέ γιαγιάκα μου, οι μεγάλοι όλο λένε "εγώ στην ηλικία σου και εγώ στην ηλικία σου" και γυρίζουν πάντα τον χρόνο πίσω και τού βρίσκουν ομορφιά που άραγε την γνώριζαν τότε που την ζούσαν;»

«Ε, να, τώρα, είναι λόγια αυτά ενός παιδιού πέντε ετών, λατρεμένο μου; Αυτά είναι λόγια σοφά και βγαίνουν από το στόμα παιδιού που ούτε καν πρωτάκι δεν είναι».

«Ελπίζω να μην είναι σοφίες κακής ποιότητας σαν αυτές, που όπως λέει η Κρινιώ, ξεφουρνίζουν οι Μεγάλοι που, να δεις πώς το είπε, διαφεντεύουν τη ζωή μας.

Παιδιά εκεί κάτω στην Αφρική και τι δεν θα έδιναν για ένα κύπελλο καθαρό νερό ενώ εμείς το έχουμε άφθονο σε σημείο να χαλάει ας πούμε ένας υπόγειος υδροσωλήνας και να γίνεται ο δρόμος ποτάμι με εκατομμύρια κύπελλα χαμένου νερού που δεν το λυπάται κανείς καθώς οδεύει προς τη θάλασσα.

Αυτό είναι που εγώ, γιαγιά μου, με το σπάνιο μυαλό, δεν μπορώ να καταλάβω. Γιατί γίνεται αυτό, μου λες; Πώς αφήνει ο Θεούλης να συμβαίνει τούτη δω η αδικία;»

«Δύσκολα μού βάζεις, παλικάρι μου και δεν ξέρω  τι απάντηση να σού δώσω και όχι μόνο για το νεράκι, αλλά και για το ψωμάκι και για τις τόσες άλλες τροφές, που εμείς τις έχουμε εν αφθονία ακόμη και για τα ζώα μας, εμείς οι προνομιούχοι άνθρωποι της Ευρώπης, που όλο γκρινιάζουμε. Δεν μπορεί θα υπάρχει κάποιος λόγος που συμβαίνουν αυτά, που όμως εγώ δεν τον ξέρω».

«Καλά, άσε, θα ρωτήσω την δεσποινίς Κρινιώ, συγγνώμη, την δεσποινίδα  Κρινιώ ήθελα να πω, αυτή θα ξέρει, όλα τα ξέρει. Ό,τι και αν την ρωτήσουμε έχει τις απαντήσεις. Την θαυμάζω πολύ γι’ αυτό. Και να σου πω ένα μυστικό μου, θα ήθελα η γυναίκα που θα παντρευτώ κάποτε, να της μοιάζει!»

Δημητρό μου, υπάρχουν και ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν. Η ακόμη, είναι τόσο δύσκολο να τις καταλάβεις που είναι σαν να μην τις άκουσες».

«Εγώ πάντως, γιαγιά μου, πολύ φοβάμαι ότι δεν θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Πάντα έτσι γινόταν και έτσι θα γίνεται…».

«Μα τι είναι αυτά που λες, αγόρι μου; Εσείς η νέα γενιά είστε η ελπίδα μας, σίγουρα εσείς θα καταφέρετε ό,τι εμείς δεν μπορέσαμε. Σταθήκαμε τόσο λίγοι. Είμαι βέβαιη ότι θα τον αλλάξετε τον κόσμο. Και αυτό θα είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ανθρώπου στην πορεία της ιστορίας του. Θα κάνετε εσείς το όγδοο θαύμα, μακράν μεγαλύτερο από τα γνωστά επτά. Θα γράψετε μια ιστορία με χρυσά γράμματα που θα δικαιώνει και το όνομα που φέρουμε. Άνρωποι».

«Γιαγιά μου, σ' αγαπάω».

«Εγώ να δεις ομορφιά μου».

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

5 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Εξαιρετικο μεσα απο το χιουμορ η διδαχή!! μπραβο!!

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    ευχαριστώ, μα να μην ξερω σε ποιον το λέω;

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    ΒΛΕΠΩ ότι είτε ρωτάμε είτε απαντάτε ανώνυμοι είμαστε Το γιατί μόνο ο αρχηγός θα το λύσει (ένας είναι ο αρχηγός…)

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος