Select Page

Γυάλινος Κόσμος (τελευταία πράξη)

Γυάλινος Κόσμος (τελευταία πράξη)

(Μέσα στη σκηνή εμφανίζονται ο Τομ και η Λάουρα. Η Λάουρα είναι ντυμένη με φόρεμα επίσημο. Ψάχνει μέσα στην τσάντα της και ετοιμάζεται να βγει. Ο Τομ κάθεται κάτω από την εικόνα του πατέρα. Η Λάουρα σκυμμένη, βγάζει τελικά τα κλειδιά της.)

ΤΟΜ: «Φεύγεις;».

ΛΑΟΥΡΑ: «Έχω απογευματινό γύρισμα».

ΤΟΜ: (αφηρημένος) «Α! ναι...το ξέχασα…»

ΛΑΟΥΡΑ: (γελάει νευρικά) «Ξεχνάς πολύ τελευταία, είσαι σίγουρος ότι είσαι εντάξει;».

ΤΟΜ: (αυτοσαρκάζοντας) «Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα!».

(Στο βάθος ακούγεται ο δίσκος «Μπλε τριαντάφυλλα». Σταδιακά ο ήχος ακούγεται όλο και πιο διακεκομμένος, οι νότες ανακατεύονται, κολλάει σε ένα σημείο και σβήνει παράφωνα. Οι δυο πρωταγωνιστές κοιτούν προς την κατεύθυνση του γραμμοφώνου).

ΤΟΜ: (ξερά) «Χάλασε...».

ΛΑΟΥΡΑ: «Ούτως ή άλλως ήταν πολύ παλιό κομμάτι. Πέρασε η εποχή του…».

ΤΟΜ: «Τα έφαγε τα ψωμιά του. Να σου τον δώσω».

(Ο Τομ παίρνει τον γρατζουνισμένο δίσκο και τείνει να της τον δώσει. Εκείνη τρομαγμένη κάνει ένα βήμα πίσω).

ΤΟΜ: (παραξενεμένος) «Δε θα τον πάρεις;».

ΛΑΟΥΡΑ: «Μπααα οοχι...δεν τον θέλωω…».

ΤΟΜ: (ανασηκώνοντας το ένα φρύδι) «Είσαι σίγουρη; Ήταν του πατέρα. Τον λάτρευες αυτόν το δίσκο! Έχεις να τον ακούσεις από τότε που ήρθε ο…»

(Δεν ολοκληρώνει τη φράση του, αντιλαμβανόμενος το λάθος του. Η Λάουρα αποστρέφει το κεφάλι της μακριά από τον αδερφό της και τους θεατές. Επικρατεί σιωπή. Περνάει ένα μικρό χρονικό διάστημα).

ΛΑΟΥΡΑ: (αμήχανη) «Θα πας στον κινηματογράφο;».

ΤΟΜ: (γελάει μηχανικά) «Λες και περνώ αλλού τα βράδια μου!».

(Η Λάουρα, με γυρισμένη ακόμα την πλάτη, κουδουνίζει στην παλάμη τα κλειδιά, κάνοντας να φύγει. Σταματάει απότομα ακούγοντας μια φωνή πίσω από τη σκηνή).

ΑΜΑΝΤΑ: «Λάουρα, κόρη μου, φεύγεις;».

ΛΑΟΥΡΑ: (δυναμώνοντας τη φωνή της) «Ναι μητέρα, δε θα αργήσω».

ΑΜΑΝΤΑ: «Φοράς εκείνο το φόρεμα που σου έδωσα;».

ΛΑΟΥΡΑ: «Ναι μητέρα».

ΑΜΑΝΤΑ: «Αχχχ! ένα τέτοιο φόρεμα έβαζα κι εγώ...Ήταν άνοιξη...Έκανε ζεστή...Έκανε τόση ζέστη στο Νότο…».

(Η Λάουρα σχετικά αθόρυβα κλείνει την πόρτα πίσω της. Ακούγεται ο μονόλογος της μητέρας πίσω από τη σκηνή. Σιγά σιγά το φως ελαττώνεται και η φωνή σβήνει. Το δωμάτιο μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Τομ μένει ακίνητος. Ανάβει με ένα σπίρτο ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του. Το τσιγάρο παραμένει ο μοναδικός φωτισμός. Φυσάει τον καπνό).

 ΤΟΜ: (απευθύνεται προς το κοινό) «Έχετε ακούσει ποτέ για το φαινόμενο της πεταλούδας;».

(Σιωπή. Φωτίζεται η κορνίζα πάνω από το κεφάλι του. Η φωτογραφία του πατέρα έχει αντικατασταθεί με αυτή ενός παντρεμένου ζευγαριού.)

ΤΟΜ: «Λένε… ότι όταν μια πεταλούδα χτυπήσει τα φτερά της, κάπου αλλού στον κόσμο δημιουργείται ένας τυφώνας. Έτσι λοιπόν και ο Τζιμ ήταν μια πεταλούδα».

(Με το τσιγάρο δείχνει τη φωτισμένη κορνίζα).

ΤΟΜ: «Όπως έλεγα. Πέταξε και άφησε πίσω του ένα τυφώνα. Εδώ ακριβώς. Στο σαλόνι μας».

(Ως μια περασμένη ανάμνηση, εμφανίζεται φευγαλέα ο Τζιμ να ανοίγει την εξώπορτα και αφού κουνάει το καπέλο του ως αποχαιρετισμό, φεύγει χαρούμενος κλείνοντας την πόρτα πίσω του).

ΤΟΜ: «Αυτός ο τυφώνας παρέσυρε τη ζωή μας. Η μητέρα μου δεν σταμάτησε ποτέ να επαναλαμβάνει το πάθημά μας. Η έκφραση της «Για να διασκεδάσουμε τον αρραβωνιαστικό μιας άλλης», της έγινε τόσο φυσική όσο και η ανάσα της, όσο και η φράση «Εγένετο φως» κάθε πρωί». 

(Παύση για να ρουφήξει το τσιγάρο. Φυσάει και τινάζει τη στάχτη του σε ένα τασάκι).

ΤΟΜ: «Ο πραγματικός τυφώνας σάρωσε όμως τη ζωή της μικρής Λάουρας. Εκείνη που έκλαιγε για ένα χτυπημένο γατάκι, γι' αυτούς που πεινάνε, για την άρρωστη φίλη της, στη δική της απώλεια δεν έβγαλε ούτε έναν ήχο. Δεν αναγνώρισα αυτόν τον καινούργιο εαυτό της, σαν ένα παζλ που με τα ίδια κομμάτια βγάζεις μια νέα εικόνα, ξένη. Σταμάτησε να ψάχνει για ευτυχία στο ίδιο μέρος που την έχασε. Την επόμενη μέρα εξαφανίστηκε. Την έψαξα παντού. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη, στα αγάλματα του μουσείου, στο κλουβί με τους πιγκουίνους. Έμεινα να τριγυρνάω στο σπίτι σαν το φυλακισμένο λιοντάρι. Στα άγρια χαράματα ήρθε. Δεν ήταν η μικρή Λάουρα που μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Το ξέρω ότι η μεταμόρφωση είναι επίπονη, αλλά δε διαλύθηκε. Ίσως τελικά αυτό να ήθελε, την αλλαγή. Ίσως πάλι να μην άλλαξε ποτέ και τώρα απλώς να την αναγνώρισα. Ξέρετε για εκείνους τους καθρέφτες στο τσίρκο; Όταν μπαίνεις σε αυτήν τη βρόμικη και άθλια τέντα είσαι σίγουρος για το τι θα δεις στον καθρέφτη, γιατί ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ότι τον βλέπεις κάθε πρωί που ετοιμάζεσαι. Κι όμως όταν σου στήνουν τον δικό τους καθρέφτη, σοκάρεσαι. Σε δείχνει αντεστραμμένο, σπασμένο, συγχυσμένο και αόριστο. Από μέσα σου λες: «Αυτό το πρόσωπο δεν είμαι εγώ». Αρχίζεις όμως και αμφιβάλλεις. Γιατί, ποια ήταν στα αλήθεια η τελευταία φορά που πρόσεξες τον εαυτό σου στον καθρέφτη; Παραπονιέσαι για τους άλλους ενώ ο ίδιος ο εαυτός σου θεωρεί τον εαυτό σου δεδομένο! Το ποια είναι η σωστή απάντηση δεν έχει σημασία, γιατί ένα ψέμα που πιστεύουν όλοι είναι σαν μια αλήθεια που δεν ακούει κανείς! Εκείνη την ημέρα μας ανακοίνωσε ότι έδωσε οντισιόν για ένα μιούζικαλ. Άραγε εκείνο το κλακ- κλακ του ποδιού (ή μήπως του μυαλού της;) που την κράταγε πίσω, σταμάτησε να το ακούει; Αυτό ήταν μόνο η αρχή. Τώρα είναι σταρ του σινεμά!!! Για να επιβιώσει έγινε ένα πρόβατο που φοράει προβιά λύκου. Τελικά αυτή ζει τη μεγάλη περιπέτεια κι εγώ έμεινα στους τέσσερις τοίχους. Εγώ έμεινα ένας εγωιστής ονειροπόλος, ένας μέθυσος ποιητής! Σήμερα θα πάω στον κινηματογράφο. Θα δω εκείνη! Ίσως θα έπρεπε να γίνει μια ταινία ή μάλλον ένα θεατρικό έργο με τη ζωή μας, που να λέει: ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ! ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ!».

(Ο Τομ ουρλιάζει τις τελευταίες λέξεις. Βυθίζεται στο απόλυτο σκοτάδι. Ακούγεται το ηχηρό γέλιο του και μετά βγάζει έναν ήχο που ακούγεται σα βογκητό πόνου και λυγμό. Στην άλλη άκρη του δωματίου, στη βιβλιοθήκη, ακούγεται να πέφτει ένα κουτί. Με το γδούπο από την προσγείωση στο έδαφος ακούγεται και ο ήχος σπασμένου γυαλιού. Όταν το σημείο φωτίζεται, φαίνονται τα θραύσματα από τα κρυστάλλινα ζωάκια. Ο Τομ, κρυμμένος στο σκοτάδι, μιλάει για τελευταία φορά, χωρίς χρωματισμένη φωνή).

ΤΟΜ: «Ο Γυάλινος Κόσμος έσπασε. Ο Γυάλινος Κόσμος πέθανε!».

_

γράφει η Danae L

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

3 Σχόλια

  1. sofia25164

    Συγκλονιστικό…μπράβο σας!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!