Select Page

Δείκτες

Δείκτες

 

Ξύπνησα απότομα, σαν κοιμισμένος θαρρώ από λήθαργο. Κοίταξα τα ρολόγια, είδα πως έλειπαν οι δείκτες, κι ο μικρός κι ο μεγάλος, ακόμα κι εκείνος ο λεπτός που γυρίζει αδιάκοπα έλειπε. Σταμάτησαν να λένε τις ώρες. Και τώρα; Τι θα γίνει ο κόσμος τώρα; φώναξα με όλη μου τη δύναμη! Δε με άκουσε κανείς…

Με αργά βήματα έφτασα στο παράθυρο. Έξω ο κόσμος είχε έναν περίεργο βηματισμό, σαν να έκανε κύκλους και γύριζε διαρκώς στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Ακόμα και τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζε πως στριφογύριζαν γύρω από κάποιο ανύπαρκτο κεντρικό σημείο εκεί ψηλά. Οι ήχοι είχαν πάψει να φτάνουν στ’ αυτιά μου, ανησύχησα. Έπιασα το ποτήρι και το πέταξα με δύναμη στο πάτωμα. Έσπασε. Χίλια κομμάτια έγινε αλλά ήχος κανείς! Το περίεργο ήταν πως πριν λίγο είχα ακούσει τη φωνή μου. Άνοιξα την πόρτα του δωματίου και βγήκα, ούτε στο διάδρομο τα ρολόγια δεν είχαν δείκτες. Ούτε ήχος κανείς ακούστηκε. Τράβηξα προς την εξώπορτα και κοντοστάθηκα. Ένας φόβος πέρασε από μέσα μου και φεύγοντας τράβηξε προς τα πάνω όλες τις τρίχες του κορμιού μου. Στο πρώτο βήμα έξω από το σπίτι διαπίστωσα πως οι κύκλοι των κινήσεων των ανθρώπων γινόταν ολοένα και μικρότεροι μέχρι που τελικά όλοι και όλα έμειναν ακίνητα, ακόμα και τα πουλιά στον αέρα αιωρούνταν αφύσικα στο ίδιο σημείο. Τα σύννεφα κοκαλωμένα κι αυτά. Όλη η φύση είχε σταματήσει! Η ανάσα μου έγινε βαριά. Κοίταξα δεξιά, αριστερά, παντού το ίδιο, μια σκηνή από νεκρή φύση ολόγυρα ενός ταλαντούχου ζωγράφου που είχε απαθανατίσει και την παραμικρή λεπτομέρεια. Κι ύστερα άρχισα να τρέχω. Γύρισα όλα τα ρολογάδικα της πόλης ελπίζοντας. Δε βρήκα ούτε ένα δείκτη πουθενά. Όλα τα ρολόγια ζούσαν μέσα στο κενό της ανυπαρξίας του χρόνου. Κι όμως οι ώρες ήταν εκεί, από το ένα μέχρι το δώδεκα, περίμεναν καρτερικά την αιχμηρή απόληξη κάποιου δείκτη να επισημάνει την ύπαρξή τους. Κενά ρολόγια, κενός χρόνος. Παντού ακινησία και παγωμάρα, ακόμα και η σκιά μου είχε αρνηθεί να με ακολουθήσει, με περίμενε πίσω στο δωμάτιό μου χαμογελώντας μάλλον με τη σαστιμάρα μου.

Παρακαλούσα θεούς και δαίμονες να μου στείλουν δυο δείκτες για να τους κουμπώσω σε κάποιο ρολόι, σε οποιοδήποτε ρολόι. Μάταια. Κι όσο η ώρα περνούσε -αλήθεια περνούσε η ώρα;- τόσο πιο δυνατά φώναζα μήπως κάποιος με ακούσει, μήπως κάποιος με λυπηθεί. Αλλά ο ήχος της φωνής μου έφτανε μέχρι τα δικά μου αυτά μονάχα, από εκεί και πέρα βασίλευε μια άχρονη σιωπή, πιο ανυπόφορη κι από την ίδια την ανυπαρξία του αύριο. Η πόλη ήταν γεμάτη ανθρώπους στα πεζοδρόμια αλλά ήταν άδεια. Η πόλη ήταν γεμάτη αυτοκίνητα στο δρόμο αλλά ήταν άδεια. Η πόλη ήταν γεμάτη ζωή αλλά τίποτα μα τίποτα δε θύμιζε ζωή. Οι δείκτες των ρολογιών είχαν κλέψει το αύριο. Μπορεί και το χτες, δεν το ήξερα αυτό βέβαια ούτε εκείνη τη στιγμή ήθελα να το μάθω, εκείνο που γέμιζε την ψυχή μου με αγωνία ήταν το αύριο που είχε χαθεί μέσα στα αδειανά ρολόγια. Κι εγώ έτρεχα γυμνός στους δρόμους φωνάζοντας το όνομά μου. Παρακαλούσα για το αύριο, παρακαλούσα κάποιος να μου δείξει το αύριο… Κάποιος… Κι ύστερα μια σκιά ξεπρόβαλε πίσω από μια γωνία κραδαίνοντάς μου ένα ζευγάρι δείκτες. Φοβήθηκα. Από τη σκιά διακρινόταν μόνο ένα μοχθηρό αλλά αστραφτερό χαμόγελο κι οι μεταλλικοί δείκτες που έμοιαζαν τόσο μα τόσο εύθραυστοι. Η σκιά απειλούσε να τους πετάξει κάτω και να τους θρυμματίσει. Κι ο χρόνος; Το αύριο; ούρλιαξα. Έπεσα στα γόνατα κι άρχισα να κλαίω. Γοερά ή όχι δε θυμάμαι. Η σκιά όμως έμεινε ατάραχη. Μάλλον της ήταν εντελώς αδιάφορο αν εγώ της φώναζα πως ήμουν διατεθειμένος να δώσω τα πάντα αρκεί να μου χαρίσει τους δείκτες, να μου χαρίσει το αύριο. Αγκάλιασα την άσφαλτο και σταμάτησα να ανασαίνω, ο αέρας έμοιαζε αποπνικτικά αραιός. Τα πνευμόνια μου γέμισαν φωτιά, ανίκανα να διώξουν μέσα από το κορμί μου κάθε δηλητήριο. Σε παρακαλώ, φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Η σκιά ακούμπησε στα χέρια μου τους δείκτες. Τους έσφιξα τόσο δυνατά που φοβήθηκα μην τυχόν τους σπάσω. Σηκώθηκα με πολύ μεγάλη προσπάθεια και κοίταξα τριγύρω. Η σκιά είχε χαθεί. Στα μάγουλα μου τα δάκρυα είχαν στεγνώσει πια αφήνοντας μια βαθιά χαρακιά. Περπάτησα μέχρι το σπίτι μου σέρνοντας με πολύ μεγάλη δυσκολία το κορμί μου που αρνιόταν πεισματικά να με ακολουθήσει. Τράβηξα για το δωμάτιό μου. Έδωσα μια κι έσπασα το τζάμι από το ρολόι που τόσα χρόνια κρεμιόταν στον τοίχο αδιαμαρτύρητα. Έπιασα τους δείκτες και τους έβαλα με δύναμη στη θέση τους. Ύστερα περίμενα να αρχίσουν να κουνιούνται, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν πεισματικά. Έπεσα στα γόνατα απελπισμένος. Και τώρα ποιος θα μου φέρει το αύριο; Ποιος θα οδηγήσει τα βήματά μου; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για την κίνηση ετούτου του κόσμου και των σκέψεών μου;… Ποιος;…

Οι ήχοι φάνηκαν ξανά. Δεν ήταν η ιδέα μου, άκουσα ένα μικρό κι ανεπαίσθητο τικ. Ύστερα ένα τακ. Και μετά άλλο ένα τικ. Σήκωσα τα μάτια και τα κάρφωσα στο ρολόι. Οι δείκτες γύριζαν. Πετάχτηκα στο παράθυρο. Τα σύννεφα παραμέριζαν κι άφηναν τις ακτίνες του ήλιου να πέφτουν στα μάτια των ανθρώπων που τρέχοντας πήγαιναν στις δουλειές τους. Θεέ μου, πόσο μου έλλειψε αυτό το τρέξιμο…

 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

5 Σχόλια

  1. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΙΕΡΑΚΗΣ

    Στοχαστικό κι υπέροχα δοσμένο!

    Απάντηση
  2. Ελένη Ιωαννάτου

    Αχ πόσο θα ήθελα να συμβεί αυτό που μόλις περιέγραψες! Τα βάζω πολλές φορές με τον χρόνο.

    Μπράβο Κώστα! Μου άρεσε πάρα πολύ!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!