Με φώναξες. Με αυτό το όνομα. Που εσύ το διάλεξες μα δεν του ταίριαξα. Με αυτό το όνομα, που μίσησα τόσο. Το έγραφαν τα χαρτιά. Για τα χαρτιά ήμουν ο κανονικός. Ο σωστός. Και τώρα εδώ μπροστά σου είμαι εκείνη. Η άλλη. Η ξένη. Η άρρωστη. Σε ένα σώμα κατάδικο. Σε μια ψυχή διωγμένη. Σε μια ταυτότητα εκπορνευμένη. Ξαναφωνάζεις διστακτικά. "Μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον", σου απαντάω.

Δεν θέλω να με αναγνωρίσεις. Η μνήμη και ο χρόνος μού στάθηκαν, εσύ όχι. Δεν σε κατηγορώ. Αλλά δεν θέλω ούτε τυπικά να σου σφίξω το χέρι.

Με άγγιξαν πολλά χέρια. Ύστερα έμαθα. Κι επέλεγα εγώ πια ποιος θα μ΄ αγγίξει. Στο δικό μου μπουρδέλο, στο δικό μου "είναι", έγινα εγώ το αφεντικό και η πόρνη. Τι περίμενες; Προδιαγεγραμμένο το μονοπάτι μου, είχες πει. Γιατί να σε διαψεύσω; Να, εδώ έχω και τα διαπιστευτήριά μου.

Με φώναξες. Με το καινούριο μου όνομα. Γύρισα αλλού το βλέμμα μου. Όχι από ντροπή, μην το παίρνεις πάνω σου. Από αδιαφορία πια. Ό,τι πληρώνεις παίρνεις.

_

γράφει η  Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!