Select Page

Δώρο μια φούστα

Δώρο μια φούστα

Μουσική υπέροχη και live, από μια πολυμελή ορχήστρα. Ο καβαλιέρος, άριστος χορευτής. Όλα τα εχέγγυα δηλαδή για έναν χορό αξέχαστο. Για εκείνον. Γιατί εκείνη έγειρε ξαφνικά στον ώμο του. Μετά, βάρυνε στα χέρια του και το ντελικάτο, φίνο κορμί της, αφέθηκε άψυχο στην αγκαλιά του, μετά βίας κρατημένο να μην πέσει στο δάπεδο. Η ζωή της ντάμας τελείωσε με το τέλος του τάνγκο της ορχήστρας.

Ένας βαθυκόκκινος σκούρος λεκές όλο και μεγάλωνε στο πλάι του κορμιού της, φανερώνοντας και τον τρόπο θανάτου της καλλονής. Πυροβολισμός με σιγαστήρα από όπλο κρυμμένο κάπου πολύ κοντά, το πιθανότερο από έναν άλλο χορευτή, στην ίδια πίστα. Ένα ανεπαίσθητο «Μπαμ!» και ένα εξίσου ανεπαίσθητο «Αχ!» σαν να ακούστηκε. Ο δολοφόνος έδειχνε πρωτοτυπία. Θάνατος μετά χορού και μουσικής, σε μια ευτυχισμένη στιγμή του ζευγαριού. Αν δεν ήταν το κορίτσι τόσο νέο και τόσο όμορφο, θα μπορούσε κάποιος κάνοντας και μπλακ χιούμορ να πει «Τι ωραίος θάνατος!». Το λες όμως; Αμ! δεν το λες. Το εντελώς αντίθετο μάλιστα. «Τι κρίμα, τόσο νέα και τόσο ωραία! Ποιο είναι το κάθαρμα που το αποτόλμησε;».

«Δε θα φύγει κανείς από την πίστα», πρόσταξε με αγριεμένη φωνή ο άντρας της ομάδας security της σάλας χορού, που τα είχε εντελώς χαμένα. Σπασμωδικές κινήσεις και φως φανάρι, εντελώς αμάθητος σε τέτοιες καταστάσεις. Μα τι διάβολο, δεν είχε εκπαιδευτεί στην αντιμετώπιση παρόμοιων περιστατικών; Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν ένα είδος αρχής και όλοι στην πίστα και καθένας χωριστά υπάκουσαν αδιαμαρτύρητα στην προσταγή του. Όταν μάλιστα κάποιος χορευτής έκανε να πάει μέχρι το τραπέζι με τα ποτά, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη θέση του υπό το άγριο βλέμμα του σεκιουριτά.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα είχαν περάσει από τη στιγμή του φόνου, μα σε λίγο οι σεκιουριτάδες και οι αστυνομικοί ήταν υπερδιπλάσιοι των θαμώνων στην αίθουσα. Ένστολοι άντρες και γυναίκες αλλά και άλλοι με πολιτική περιβολή, προσπαθούσαν με κόπο να βάλουν μια τάξη στο χάος, που δικαιολογημένα επικρατούσε στην πανέμορφα στολισμένη με κόκκινα τριαντάφυλλα σάλα. Άνθρωποι καλοντυμένοι και λαμπεροί, μα όλοι ύποπτοι. Κάποιος ανάμεσά τους ο φονιάς και ακόμη πιθανότερος απ’ όλους εκείνος ή εκείνη, που βρίσκονταν πιο κοντά στο ζευγάρι την ώρα του τάνγκο. Ναι, αλλά και ποιος έπαιρνε όρκο για το πού βρισκόταν ποιος, από τα δεκαπέντε ζευγάρια που χόρευαν τη στιγμή του φόνου; Και έπειτα γιατί ντε και καλά ο δολοφόνος να ήταν μεταξύ των χορευτών και όχι κάποιος από τα κοντινά προς την πίστα τραπεζάκια, ή ακόμη κάποιος από τους πάμπολλους σερβιτόρους που περιφέρονταν διασκορπισμένοι στην αίθουσα; Τελικά, δε θα ήταν και τόσο εύκολος ο εντοπισμός του δράστη, πράγμα που στην αρχή φάνηκε ότι θα ήταν παιχνιδάκι.

Εκτός του χάους που επικρατούσε στον χώρο ήταν και η παγωμάρα που μεγάλωνε όσο η νεκρή κοπέλα βρισκόταν στο πάτωμα, χωρίς κανείς να έχει στρέξει να δει βρε παιδί μου αν ήταν όντως νεκρή. Εντέλει, μία αστυνομικίνα πλησίασε το κορίτσι που κείτονταν ακίνητο και κατάχλωμο, έβαλε το χέρι της στον λαιμό της για να δει αν υπάρχει σφυγμός και αμέσως μετά σηκώθηκε και είπε ξερά: «Νεκρή!». Και βέβαια κανείς δεν εξεπλάγη με τούτη τη δήλωση του οργάνου της τάξης, αφού από την πρώτη στιγμή η όλη εικόνα της άτυχης κοπελίτσας προ τα κει παρέπεμπε.

Δύο κορίτσια συνομήλικα της νεκρής και προφανώς φίλες της, έκλαιγαν βουβά και οι συνοδοί τους τους χάιδευαν τρυφερά την πλάτη, μια χειρονομία παρηγοριάς και συμπάθειας. Οι άντρες σοβαροί και σκεπτικοί και ένας εξ’ αυτών, ο Κυριάκος, κατάχλωμος και νευρικός. Οι περισσότεροι στην αίθουσα, γνώριζαν πόσο πολύ ερωτευμένος ήταν με τη νεκρή κοπέλα και μάλιστα οι φήμες που οργίαζαν έλεγαν ότι τελικά η Κλέλια θα ενέδιδε στον έρωτά του εγκαταλείποντας τον αρραβωνιαστικό της, με τον οποίο δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά, πράγμα που δε φαινόταν με την πρώτη ματιά, όπως πριν λίγο για παράδειγμα που τους έβλεπαν να χορεύουν πιστεύοντας ότι είναι το τέλειο ζευγάρι. Οι φήμες όμως μπορεί και να είχαν κάποια βάση και αν κάποιος ήταν θιγμένος απ’ αυτήν την ιστορία αυτός θα πρέπει να ήταν ο Τζακ ο αρραβωνιαστικός της Κλέλιας. Αυτός δηλαδή που είχε το θλιβερό προνόμιο να είναι ο τελευταίος που την κράτησε στην αγκαλιά του, χορεύοντας υπό τους ήχους ενός πολύ ερωτικού τάνγκο.

Τη στιγμή που μπήκε μια κάποια τάξη στην αίθουσα, κατέφθασε και ο διάσημος ντετέκτιβ Στέφανος Μακρής, συνοδευόμενος από τον άξιο βοηθό του Παύλο. Και για δες τώρα μια σύμπτωση, ο Στέφανος ήταν παιδιόθεν στενός φίλος με τον Κυριάκο. Ένας λόγος παραπάνω, για να πάρει το θέμα της εξιχνίασης του εγκλήματος ζεστά που λένε, όχι πως δε θα γινόταν βέβαια αυτό αν δεν υπήρχε η σχέση των δύο ανδρών, απλά τονίσαμε το γεγονός.

Και ο Στέφανος στο μυαλό του και εξ ενστίκτου απέκλεισε από τον κατάλογο των υπόπτων τον φίλο του. Δεν είχε νόημα να σκοτώσει το κορίτσι που λάτρευε, του έλεγε η λογική και η πείρα του. Άλλωστε το δράμα που περνούσε ο φίλος του του ήταν πολύ γνωστό και με λεπτομέρειες που συνηγορούσαν στην πεποίθηση περί της αθωότητας του Κυριάκου. Την ίδια στιγμή, για τον διάσημο αστυνομικό, υπ’ αριθμόν ένα ύποπτοι ήταν οι άντρες των δύο κοντινότερων ζευγαριών την ώρα του τάνγκο, του αρραβωνιαστικού δε μη αποκλειόμενου. Κανένας εκ των τριών αυτών στο απυρόβλητο, για τον αδιαμφισβήτητα διασημότερο και ικανότερο ντετέκτιβ που είχε ποτέ βγάλει αυτός ο τόπος.

«Κυρίες μου και κύριοι πολύ λυπάμαι γι αυτό που θα σας πω, αλλά αναγκάζομαι να το κάνω πιεζόμενος από τα γεγονότα. Σας λέω λοιπόν, ότι η νύχτα προβλέπεται μεγάλη και δε θα φύγει κανείς από την αίθουσα παρά μόνο με τη δική μου άδεια. Παρακαλώ, καθίστε όσο πιο άνετα μπορείτε καθένας με τις σκέψεις ή με τις τύψεις του, αλλά και με τη βεβαιότητα, ότι ο δολοφόνος θα σας γίνει γνωστός μέχρι το πρωί. Σας δίνω τον λόγο της τιμής μου γι αυτό. Έχοντας λοιπόν υπ’ όψιν του ο ένοχος τούτη μου τη δήλωση, τον καλώ να ομολογήσει την πράξη του μαζί και τους όποιους λόγους είχε να αφαιρέσει τη ζωή του άτυχου κοριτσιού και θα μεσολαβήσω προσωπικά στον δικαστή για μια σχετική επιείκεια. Ποιος να ξέρει ποια σκοτεινή σκέψη οδήγησε τον άνθρωπο αυτόν να γίνει φονιάς. Κανένας δε γεννιέται δολοφόνος. Οι συγκυρίες τον οδηγούν σ’ αυτές τις θλιβερές ατραπούς, που αφαιρούν πρώτα τη ζωή του συνανθρώπου του αντικαθιστώντας τον Θεό, τον μόνο που αποφασίζει για την αφαίρεση αυτή και κατ’ επέκταση τη δική του. Συνεπώς κανείς δεν έχει το δικαίωμα αυτό, όσο δικαιολογημένοι κι αν είναι οι λόγοι της πράξης του. Αυτά τα ολίγα σαν συμβουλή προς ναυτιλλομένους.

Ακούστε με τώρα. Εκείνη η γωνία δίπλα στο μπαρ θα γίνει το πρόχειρο ανακριτικό μου γραφείο. Παρακαλώ, το ζευγάρι που θα καλέσω πρώτο να μου κάνει την τιμή να με ακολουθήσει. Εντωμεταξύ, εσείς οι υπόλοιποι, μπορείτε να απασχοληθείτε με κάτι, ακούγοντας μουσική ίσως, γιατί όχι; Είναι το πιο κατάλληλο μέσον να καταλαγιάσει τα οξυμένα πνεύματα. Και μην ξεχνάτε ότι εσείς είστε τυχεροί που δεν μπήκατε στο στόχαστρο κανενός δολοφόνου, με άλλα λόγια είστε ζωντανοί φίλοι μου, ζωντανοί!».

Εκείνη τη στιγμή ήρθαν επιτέλους οι τραυματιοφορείς και πήραν τη νεκρή, σκεπάζοντάς την μέχρι το κεφάλι με ένα πάλλευκο κάλυμμα. Οι δύο της φίλες τώρα έκλαιγαν γοερά, μη κρατώντας πια την αυτοκυριαρχία τους και τα προσχήματα. Ήταν αξιολύπητες και ο Μακρής με αυτά τα δύο κορίτσια θέλησε να αρχίσει την ανάκριση.

Με τις πλαγιομετωπικές του ερωτήσεις έφτασε γρήγορα να βεβαιωθεί γι αυτό που ήξερε ήδη, ότι ο φίλος του ο Κυριάκος, επρόκειτο γρήγορα να κρατήσει στην αγκαλιά του το κορίτσι των ονείρων του, το οποίο κορίτσι, συγκινημένο και κολακευμένο από τη λατρεία και την αφοσίωση του παλικαριού, ήταν έτοιμο να ενδώσει. Η γυναίκα εντυπωσιάζεται με την υπομονή και την καρτερικότητα συν όλα τα άλλα που είπαμε. Ο αρραβώνας της διήγε τις τελευταίες του ώρες και ίσως αυτό σηματοδοτούνταν με το μοιραίο τάνγκο. Οι κοπέλες ήταν σίγουρες ότι η φίλη τους θα ήταν πιο ευτυχισμένη με τον Κυριάκο παρά με τον Τζακ, η παρορμητικότητα του οποίου τις απωθούσε. Και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που δεν είχαν καθόλου καλές σχέσεις μαζί του, πράγμα που έκανε πολύ δυστυχισμένη την Κλέλια που μισούσε τις εντάσεις. Πόσο μάλλον όταν αυτές συνέβαιναν στους κόλπους των ανθρώπων που αγαπούσε. Η διάσταση μεταξύ των φιλενάδων της και του αρραβωνιαστικού όλο και μεγάλωνε και η Κλέλια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να γεφυρώσει το χάσμα.

Μία αστυνομικός, όταν ο Μακρής τελείωσε με τις ερωτήσεις του, έκανε σωματική έρευνα στα κορίτσια για το πιστόλι, το οποίο μέχρι στιγμής παρά το ψάξιμο δεν είχε βρεθεί. Σίγουρα ο δράστης το έκρυψε έξυπνα κάπου τη στιγμή του χάους και ήταν δύσκολο να ανακαλυφθεί, παρά το γεγονός ότι στον χώρο δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου έπιπλα.

Κάποια όμως στιγμή έγινε κι αυτό. Το όπλο βρέθηκε μαζί με τον σιγαστήρα του μέσα στη σαμπανιέρα. Υπονοούσε κάτι με τούτη του την ενέργεια ο φονιάς ή απλά το βρήκε πιο βολικό για να σβηστούν τα όποια δακτυλικά αποτυπώματα έτσι όπως το όπλο ήταν βουτηγμένο στο νερό από τα παγάκια που έλιωσαν εδώ και ώρα;

Ενώ όμως θα περίμενε κανείς να σταματήσουν οι έρευνες με την ανεύρεση του όπλου του εγκλήματος, αυτές έγιναν εντατικότερες. Διότι διαπιστώθηκε από την επείγουσα βαλλιστική εξέταση της μίας και μοναδικής σφαίρας που έστειλε στον Άδη την όμορφη κοπέλα, ότι καμία σχέση δεν είχε με το αναβρεθέν όπλο και τον σιγαστήρα του. Το θράσος του κακοποιού ήταν απίστευτο. Με το να ξεγελάσει τις έρευνες κέρδιζε χρόνο, από τι; Ποιος ξέρει τι είχε κατά νου!

Και ο ποιητής; Τι ήθελε να πει ο ποιητής; «Ότι το όπλο θα βρεθεί μακάρι να ξηλώσουμε και τις μαρμαρόπλακες του δαπέδου». Άντε ξανά μανά σωματική έρευνα, αλλά και του χώρου, τόσο επισταμένη, που αν ήταν παρών ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Ηρακλής Πουαρώ, θα έλεγαν: «Τέλεια, τέλεια, κυρίες μου και κύριοι. Έξυπνος ο φονιάς, μα εμείς εξυπνότεροι. Δεν τα γλυτώνει τα ισόβια ο κανάγιας».

Ο Μακρής άφησε τον Παύλο να συνεχίσει την ανάκριση του πρώτου εκ των τριών υπόπτων και πήγε μέχρι την τουαλέτα να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Ήταν πολύ θυμωμένος με τον τρόπο που ενεργούσε ο δράστης που ναι μεν έκανε ό,τι έκανε, κορόιδευε και τις αρχές από πάνω. Ήταν όμως και με τον εαυτό του θυμωμένος ο Μακρής που υποτίμησε την πονηριά του φονιά και υπερεκτίμησε τη δική του οξυδέρκεια. Πρώτη φορά του συνέβη κάτι τέτοιο και αναγκάστηκε να το παραδεχθεί, θαυμάζοντας την εξυπνάδα του εγκληματία. Όλα τα είχε σκεφτεί στην παραμικρή τους λεπτομέρεια. Αυτή δεν ήταν απλή δολοφονία ήταν διατριβή πάνω στο έγκλημα.

«Ναι, αλλά κι εμένα φαίνεται να μη με ξέρει ο τύπακας ή η τύπισσα. Ναι μεν τούτο το σταυρόλεξο είναι για δυνατούς λύτες, αλλά και η αφεντιά μου, όλοι το ξέρουν, πρωταθλητής του αθλήματος», ψιθύρισε όχι αυτάρεσκα ο Στέφανος, μα έχοντας επίγνωση της νοημοσύνης του και της ικανότητάς του. Χαμογέλασε ελαφρά.

«Ωραία φίλε, μια γερή παρτίδα σκάκι. Ο νικητής τρώει το μήλο. Και το πόσο μου αρέσουν τα μήλα μόνο ο Θεός το ξέρει».

Και σαν σε φλασιά ο Μακρής παίρνει παράμερα τον Παύλο και του λέει: «Τρέξε σφαίρα στο ανατομείο. Ζήτησε να εξετάσεις τα ρούχα της νεκρής πόντο πόντο που λένε. Να δεις που το όπλο είναι εκεί».

Ο Παύλος άνοιξε το στόμα του κατάπληκτος στο άκουσμα της απίστευτης φράσης, αλλά δεν είπε τίποτα. Προτίμησε να το κλείσει λίγο αργότερα, καθ' οδόν προς το νεκροτομείο, συνηθίζοντας λίγο λίγο στην ιδέα. Από τον Μακρή έτσι κι αλλιώς είχε αρχίσει να μαθαίνει ότι δε θα πρέπει πια να εκπλήσσεται με τίποτα. Αν και τούτη τη φορά η σκέψη του Μακρή ήταν σωστή, θα τα είχε πια δει όλα από τον boss του. «Πού ακούστηκε το ίδιο το θύμα να κρύβει το όπλο που πήρε τη ζωή του;». Τελικά αν οι εγκληματίες διοχέτευαν την εφευρετικότητά τους σε έργα κοινωφελή, πόσο αλλιώτικος θα ήταν ο κόσμος μας», σιγομουρμούρισε!

 Ο Μακρής περιμένοντας τον Παύλο είτε να τηλεφωνήσει είτε να φανεί, έκανε ένα μικρό διάλειμμα. Πήρε δυο τρεις βαθιές ανάσες και δυο γουλιές νερό και σε λίγα λεπτά ήταν έτοιμος να αρχίσει την ανάκριση του Τζακ που ήταν απαρηγόρητος.

Στον πρώτο γύρο της ανάκρισης δεν πήρε τις απαντήσεις που ήθελε, γιατί ο Τζακ ήταν τόσο δυστυχισμένος που ο Μακρής έδειξε κατανόηση στα λόγια τα μπερδεμένα σαν κουβάρι που έβγαιναν από το στόμα του. Ο ντετέκτιβ ήταν πάνω απ' όλα άνθρωπος και σαν τέτοιος έδωσε στον ανακρινόμενο να καταλάβει ότι και κατανοούσε τον πόνο του για τον θάνατο της καλής του και τον άφατο θυμό του για το φονιά. Εκείνο που μισούσε ήταν να τον υποτιμούν. Και όταν χτύπησε το κινητό του και άκουσε τον Παύλο να του λέει: «Αφεντικό δίκιο είχες», καθώς και λεπτομέρειες που τις ανέμενε, άστραψε και βρόντηξε. Φώναξε δύο γεροδεμένους αστυφύλακες της δίωξης εγκλήματος, έπιασε ο ένας εκ δεξιών τον απαρηγόρητο αρραβωνιαστικό και ο άλλος εξ ευωνύμων και έβαλαν από ένα βραχιόλι στον εαυτό τους κι ένα στον Τζακ που τα είχε χαμένα. Όταν κατάφερε να βρει τη λαλιά του ρώτησε κατάχλωμος και ξεψυχισμένα: «Μα τι κάνετε εδώ, θα σας καταγγείλω θα θα …»

«Δε βλέπεις τι σου κάνουμε λοιπόν; Σου περνάμε βραχιόλια. Για αρχή καλά είναι».

«Και ο λόγος;» ρώτησε ο Τζακ.

«Δεν τον ξέρεις, τεθλιμμένε μνηστήρα ε; Δεν τον ξέρεις; Το μίσος σου έφτασε στο σημείο να σκοτώσεις το κορίτσι στήνοντας ένα τέτοιο σκηνικό. Τη σκότωσες ενώ τελείωνε ο χορός σας, ενώ τελείωνε το τάνγκο. Έκρυψες έντεχνα το πιστολάκι το μικρό και τον σιγαστήρα του στην τσέπη της τεράστιας φούστας της, που στοίχημα ήταν δικό σου δώρο. Μια τσέπη που μπορούσε κάλλιστα να κρύψει όχι ένα πιστολάκι αλλά ολόκληρο οπλοστάσιο. Η Κλέλια, το μόνο άτομο που δε θα ακολουθούσε το βάσανο της σωματικής έρευνας. Σου ζήτησε να χωρίσετε, μα εσύ δε δέχτηκες την απόρριψή της που την περίμενες. Και είπες: «Ο Κυριάκος; Ποιος είναι ο Κυριάκος; Για σένα εγώ θα είμαι ο ένας για πάντα». Και εκείνη έφυγε, χωρίς να προλάβει να σου πει, ότι η ζωή ήταν δική της και θα την διέθετε όπως εκείνη ήθελε και θα τη μοιραζόταν με όποιον εκείνη θεωρούσε αντάξιό της. Ξεχνώντας δε τους καλούς μου τρόπους να σου πω να βγάλεις τον σκασμό και μη μου κάνεις άλλες εξυπνάδες γιατί να το ξέρεις εγώ θα είμαι που θα υπερθεματίσω εναντίον σου στο δικαστήριο. Πολύ θα χαρώ που στης φυλακής τα σίδερα που θα 'σαι μαντρωμένος, θα αναθυμάσαι το τάνγκο και θα βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που φέρθηκες τόσο βλακωδώς».

Και ο Μακρής γυρίζοντας στους κατάπληκτους θαμώνες που παρακολουθούσαν τη σκηνή είπε: «Είπα θα σας κρατήσω μέχρι το πρωί. Πειράζει που τελειώσαμε πριν χαράξει η αυγούλα; Πηγαίνετε και καλόν ύπνο. Ο ύπνος της αυγής είναι ο πιο γλυκός και δεν αντικαθίσταται με τίποτα. Απολαύστε τον».

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

2 Σχόλια

  1. Αθηνά Μαραβέγια

    Γατόνι ο Στέφανος Μακρής!!!!!!!!!!!!!!!!
    Πολύ καλογραμμένο κι ευρηματικό!!!!!!!!!
    Μπράβο, Αγκάθα Κρίστι!!!!!!!!!!!!
    Συγγνώμη, Λένα μου!!!!!!!!!!!! ήθελα να πω!!!!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!