Νύχτωσαν τα φώτα. Και η πόλη για σένα νύχτωσε. Τα χέρια μου αστέρια σε κρατούν. Τόσο που φωτίζεις την καρδιά μου καις. Κι εγώ με εγκαύματα ακίνητη στέκω. Στον τοίχο οι σκιές μας χορευτές στη σιωπή που απλώνει η κουρτίνα της θύμησης. Με τα σημάδια σου ντύνομαι. Φόρεμα που σέρνει στο πάτωμα γράμματα σε φακέλους σφραγισμένους. Τα ανείπωτά μου στο χτένι πάνω στα μαλλιά που στον άνεμό σου κυματίζουν. Χάδι που κρατά ο στεναγμός, σαν ακουμπά στο παραθύρι της σκέψης. Να σε ονομάζει μια στιγμή αβάφτιστη, να αποκρίνομαι εγώ σε τούτο το κάλεσμα. Δυο εαυτοί θλιβερά ερωτευμένοι στα μισά τους να σπάνε, στα μισά τους να μην ενώνονται. Θρύψαλα οι λέξεις, στο παλαιό υαλοπωλείο κλειστά τα καμίνια. Νύχτωσαν τα φώτα. Κι η πόλη για σένα νύχτωσε. Τα χέρια μου άδεια να σε κρατάνε κουράστηκαν. Ο ήχος της νύχτας τη φωνή μου να κλέβει. Στον τοίχο η σκιά μου με το σκοτάδι μαλώνει. Μια επανάσταση που φέρνει η ώρα δίχως έναν ήρωα δίχως λάβαρο δίχως ένα εμψυχωτικό στίχο. Σε χάνω σε έναν πόλεμο βραδινό. Με κερδίζω σε έναν πόλεμο αναγκαίο.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!