Select Page

Εκείνο το καλοκαίρι, καταχείμωνα..

Εκείνο το καλοκαίρι, καταχείμωνα..

Κατακαλόκαιρο. Το θερμόμετρο, σε κάποιες περιοχές της χώρας, έχει φτάσει τους 40 βαθμούς. Οι περισσότεροι από τα αστικά κέντρα και τις μεγαλουπόλεις έχουν καταφύγει στις ακρογιαλιές, κοντινές ή μακρινές. Όλοι ψάχνουν μια στάλα δροσιάς. Και πού αλλού θα την βρουν; Στη θάλασσα, βεβαίως-βεβαίως.

Έτσι κι ο Κωνσταντίνος. Μόνο που εκείνος σηκώνεται νωρίς και στις 8, με τη βία 9, βρίσκεται στην παραλία. Μια τεράστια παραλία που εκείνη την ώρα είναι ολόδική του. Πόσο τον ηρεμούν αυτές οι ώρες, πριν αρχίσουν να καταφθάνουν οι υπόλοιποι. Και όλοι τους φορτωμένοι. Τσάντες, τσαντάκια, καρέκλες και καρεκλάκια, ομπρέλες και στρώματα και όλες οι ηλικίες. Από τον παππού και τη γιαγιά, που όσων τα κότσια δεν βαστούν πια, τους “στήνουν” στην αναπαυτική καρέκλα και κάτω από την ομπρέλα, τη μάνα και τον πατέρα που ετοιμάζουν τα βλαστάρια τους για τη μεγάλη βουτιά, τους φίλους που έρχονται αργότερα, κι εκείνοι με όλο το κονβόι τους.

Οι μαμάδες πασαλείβουν τα παιδιά με αντηλιακά και με το υπόλοιπο πασαλείβονται κι οι ίδιες. Οι μπαμπάδες βγάζουν μπάλες, κουβαδάκια, μπρατσάκια και σαμπρέλες, παίρνουν τον καφέ τους, απλώνονται στις καρέκλες κι αρχίζουν τα πειράγματα και τις ιστορίες, ενώ τα πιτσιρίκια, όσα δεν ξέρουν κολύμπι, πλατσουρίζουν στα ρηχά. Τα μεγαλύτερα, και μάλιστα αυτά που ξέρουν να κολυμπούν, ξανοίγονται λίγο, απομακρύνονται, πάντα κάτω από την επίβλεψη των δικών τους, και βγαίνουν στη μεριά που δεν έχει κόσμο. Στήνουν πρόχειρο γήπεδο, χωρίζονται σε ομάδες, ένας από αυτούς έχει και την μπάλα κι αρχίζουν το παιχνίδι.

Όλο αυτό το αλισβερίσι το ξέρει ο Κωνσταντίνος, γι αυτό και την ώρα που έρχονται οι “ορδές των βαρβάρων”, όπως λέει, μαζεύει την πετσέτα του και ανηφορίζει. Έτσι και σήμερα, αφού βούτηξε και κολύμπησε για μία ώρα περίπου, βγήκε και άρχισε να περπατά στην αμμουδιά, κατά μήκος της παραλίας.

- Κύριε, θέλετε να παίξουμε μπάλα; άκουσε μια παιδική φωνή πίσω του.

Γύρισε και είδε έναν πιτσιρικά να τον κοιτά, κρατώντας μια μπάλα στα χέρια, κι είχε κι ένα χαμόγελο…!

- Δεν έχεις παρέα; τον ρώτησε ο Κωνσταντίνος.

- Βλέπετε κανέναν άλλο; Εσείς κι εγώ είμαστε.

- Και πώς βρέθηκες μόνος σου τέτοια ώρα; τον ρώτησε, αφού κοίταξε γύρω τους.

- Καλά, δεν πειράζει, είπε ο μικρός και κατέβασε το κεφάλι για να φύγει.

- Όχι, έλα, έλα. Αν δε θέλεις, μη μου πεις. Τι θέλεις να παίξουμε;

- Τι άλλο μπορούμε, εκτός από πάσες;

- Ε, λοιπόν, έχω μια καλύτερη ιδέα, είπε ο Κωνσταντίνος με ένα πλατύ χαμόγελο.

 - Για πες…, γύρισε ο μικρός αμέσως στον ενικό.

«Πλάκα έχει» σκέφτηκε ο μεγάλος της παρέας. «Λες και είμαστε φιλαράκια ή συνομήλικοι…»

- Λοιπόν, θα κάνουμε κανονική προπόνηση. Θα σου πετάω, θα μου πετάς και θα τρέξουμε όλη την παραλία απ’ άκρη σ’ άκρη, μια και είναι ολόδική μας.

 - Όταν λες θα μου πετάς; Στα χέρια ή κεφαλιές;

- Κλωτσιές, βρε χαζούλη, γέλασε ο Κωνσταντίνος. Αλήθεια, όμως, δεν πρέπει να μου πεις πώς σε λένε; Πώς θα σε φωνάζω; Εμένα, ας πούμε, με λένε Κωνσταντίνο.

Βάζει τα γέλια ο μικρός.

- Πώς είπες πως σε λένε;

- Κωνσταντίνο. Γιατί; Πού βρίσκεις το αστείο.

- Γιατί κι εμένα Κωνσταντίνο με λένε. Σαν ηχώ θ’ ακούγεται το όνομά μας!

 - Πολλά ξέρεις!...

- Όχι ακόμα, αλλά έχω σκοπό να μάθω. Θέλω να μάθω πολλά γράμματα. Θέλω να σπουδάσω. Να γίνω μεγάλος και τρανός.

- Να βγάζεις και πολλά λεφτά…

- Ποια λεφτά, Κωνσταντίνε μου; Ποια λεφτά; Δεν θέλω πολλά λεφτά. Θέλω τόσα, όσα μπορούν να κάνουν τη ζωή μου υποφερτή. Όπου υπάρχουν πολλά λεφτά, υπάρχουν και πολλές σκοτούρες και στενοχώριες. Και λόγια. Πολλά λόγια…

Ο Κωνσταντίνος τον έκανε χάζι. Τόσο μικρός και τόσο προσγειωμένος, έως και σοφός…

- Και σαν μεγαλώσεις, του είπε για να τον πειράξει, θα θέλεις κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Έτσι γίνεται, χρόνια τώρα…

- Εσύ, δηλαδή, έχεις πολλά λεφτά και θέλεις κι άλλα; Γι αυτό είσαι μονάχος εδώ;

- Όχι. Δεν έχω πολλά λεφτά και δεν θέλω κι άλλα. Μου είναι αρκετά και περνάω πολύ καλά.

- Τι θα γίνει; Θα παίξουμε καμιά φορά;

- Ωραία. Πάμε, λοιπόν, να παίξουμε, αλλά σαν κουραζόμαστε, θα ρίχνουμε και καμιά βουτιά.

Και ολοκληρώνοντας τη φράση του, άρχισε να κλωτσά την μπάλα μπροστά και διαγώνια αριστερά. Έτρεχε ο μικρός Κωνσταντίνος, κι εκείνος με τη σειρά του, κλωτσούσε μπροστά και δεξιά. Πόσο όμορφα ένοιωθε ο μεγάλος. Σαν να ήταν μουδιασμένος για καιρό και τώρα και με τούτον δω τον πιτσιρικά, σαν να ξανάνιωνε, σαν να ξαναγεννιόταν για την ακρίβεια.

Έφτασαν μέχρι τους βράχους, εκεί που τελείωνε από τη μία μεριά η παραλία.

- Τι λες; Πάμε για μια βουτιά; είπε ο μεγάλος και κατευθύνθηκε στη θάλασσα.

- Και δεν πάμε; Μόνο, δε θα μείνουμε πολλή ώρα μέσα. Έχουμε να κάνουμε και την επιστροφή.

- Σύμφωνοι, είπε ο μεγάλος κι έκανε ένα μακροβούτι.

- Κωνσταντίνε, πού είσαι; φώναξε σαν βγήκε στην επιφάνεια.

Κοίταξε γύρω του, πουθενά ο μικρός. Η μπάλα; Εκεί, στη θέση της όπου την άφησαν.

- Κωνσταντίνε…, ξαναφώναξε πιο δυνατά τούτη τη φορά και με αγωνία.

- Τι φωνάζεις, καλέ; Θα τρομάξεις τα ψάρια, άκουσε τον μικρό να του λέει πίσω του.

- Με τρόμαξες, το ξέρεις;

- Γιατί; Φοβήθηκες μην πνιγώ; Χαχαχα, δεν πνίγομαι εγώ, κι έκανε ένα μακροβούτι προς τη στεριά τούτη τη φορά. Έλα, βγες. Μου υποσχέθηκες πως θα παίξουμε την επιστροφή.

Πόσο όμορφα ένοιωθε ο μεγάλος Κωνσταντίνος. Και οι λόγοι ήταν αρκετοί. Βρισκόταν μέσα στη θάλασσα, κουνώντας χέρια και πόδια. Η αίσθηση αυτή του νερού τον ηρεμούσε και τον ξεκούραζε συνάμα. Βρήκε τον μικρό συνονόματό του, γεμάτο ζωντάνια και σοφία της ηλικίας του. Είχαν και οι δύο όλη την παραλία δική τους, χωρίς φωνές, πράγματα πεταμένα δώθε-κείθε, χωρίς περίεργα βλέμματα, χωρίς μουσικές και κακοφωνίες. Όλα ήταν τόσο ονειρικά όμορφα και γαλήνια…

- Τι θα γίνει, μεγάλε; Θα βγεις καμιά φορά;

- Να ’μαι, βγήκα, μην γκρινιάζεις, κι ό,τι έλεγα τι όμορφη παρέα που είσαι. Μη μου το χαλάσεις…

- Σε ποιον το ’λεγες, καλέ; Στα ψάρια ή είδες καμιά γοργόνα;

Γέλασε ο μεγάλος, του χάιδεψε το βρεγμένο κεφάλι και τότε είδε μια μεγάλη ουλή που είχε το παιδί.

- Πού χτύπησες, αγόρι μου; Πότε χτύπησες;

- Άσε τις ερωτήσεις και μην πας να μου ξεφύγεις. Μπρος, ξεκινώ πρώτος. Είπαμε, μέχρι το άλλο τέρμα…

Μια μπαλιά του μικρού, μια του μεγάλου, έφτασαν στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησαν, στο σημείο που γνωρίστηκαν. Κοντοστάθηκε ο μεγάλος και είδε, στην ευθεία της θάλασσας, ένα μικρό βραχάκι που εξείχε. Δεν το είχε προσέξει άλλη φορά.

- Τι σταμάτησες; Δε θα συνεχίσουμε; Μέχρι την άλλη άκρη δεν μου είχες πει; τον κοίταζε με απορία ο μικρός.

- Λέω να βουτήξουμε λιγάκι… Κουράστηκα… Ε, είμαι και μεγάλος. Δεν έχω την ηλικία σου… Μόνο να προσέξεις το βραχάκι, μη χτυπήσεις…

Χαμογελά ο μικρός, παρατάει την μπάλα χάμω και του φωνάζει:

- Εμπρός, λοιπόν! Να δούμε ποιος θα κάνει το καλύτερο μακροβούτι…

Ο μεγάλος τον κοιτάζει και την αγωνία στο πρόσωπό του για το βραχάκι, παίρνει ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Κοίτα το, το άτιμο! Αυτό θα πει “παιδί”. Όλα για όλα…»

- Πρόσεχε…, πρόλαβε να του φωνάξει κι έτρεξε ξοπίσω του.

Βαθειά ανάσα, μέσα στο νερό και η απόλυτη απόλαυση, η απόλυτη ηρεμία.

«Μέσα σε νερό βρισκόμαστε εννέα μήνες πριν γεννηθούμε και μάλλον αυτός είναι και ο λόγος που μας ηρεμεί τόσο…»

Έβγαλε το κεφάλι του κι έψαξε τον μικρό.

- Έλα, έλα, εδώ είμαι, μην αρχίσεις πάλι να φωνάζεις και τρομάξεις τα ψάρια, του είπε γελώντας και του χτύπησε μαλακά την πλάτη.

Σαν δελφίνι κολυμπούσε ο μικρός. Με δυο-τρεις κινήσεις βρέθηκε στην αμμουδιά και φώναζε στον μεγάλο να βγει.

- Λίγο ακόμα…, ψιθύρισε εκείνος. Λίγο ακόμα…, και άπλωσε το κορμί του σαν σε κρεβάτι κι απολάμβανε το υγρό στοιχείο που τον αγκάλιαζε…

 

 

- Τι έχεις, Κωνσταντίνε μου; Τι θέλεις, παλληκάρι μου; ακούστηκε μια γνώριμη φωνή.

Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του. Σωλήνες, σωληνάκια, η συσκευή του οξυγόνου, οι άλλες συσκευές που μετρούσαν τις λειτουργίες στο σώμα του και η μητέρα του, σκυμμένη επάνω του με αγωνία και τρυφερότητα να τον κοιτά. Πρέπει να ήταν ιδρωμένος, γιατί τον σκούπιζε με μια βρεγμένη πετσέτα.

- Τι θέλεις, αγόρι μου; του ψιθύρισε στο αφτί κι ακούμπησε τρυφερά τα χείλη της στο μάγουλό του.

Εκείνος έκλεισε τα μάτια. Έψαξε να βρει την παραλία, τον μικρό του φίλο, να τρέξει, να κολυμπήσει, να παίξει μπάλα, όπως τότε που ήταν παιδί, αλλά και μεγαλύτερος.

Δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Όνειρο ήταν, τελικά, ένα πολύ όμορφο και άπιαστο όνειρο…

Το κεφάλι του πονούσε. Εκεί, στο ίδιο σημείο  που είχε το σημάδι ο λιλιπούτειος φίλος του στο όνειρό του…

Πόσος καιρός πάει, άραγε, από τότε που καθηλώθηκε σε τούτο το κρεβάτι… Το μόνο που θυμάται είναι τα δυνατά φώτα που έρχονταν καταπάνω του, έναν σκληρό ήχο, ένα δυνατό χτύπημα  κι ύστερα…, σκοτάδι.

- Μάνα…, ψιθύρισε.

- Έλα, αγόρι μου. Εδώ είμαι. Εδώ είναι η μάνα, όπως τότε, όταν ήσουν μικρός και εδώ θα μείνει. Θα τα καταφέρουμε, μη φοβάσαι. Θα το δεις. Αρκεί εσύ να το θελήσεις και να βάλεις όλες σου τις δυνάμεις, όπως πάντα.

- Μα οι γιατροί είπαν…

- Άσε τους γιατρούς να λένε… Ξέρω που σου λέω. Θα δεις που θα τα καταφέρεις, αγόρι μου και θα τους αφήσεις και πάλι άφωνους. Θα σταθείς και πάλι στα πόδια σου, θα το δεις. Έχεις αγώνα μπροστά σου κι εγώ θα είμαι πλάι σου. Μαζί θα παλέψουμε. Μαζί, παλικάρι μου κι εσύ θα βγεις και πάλι νικητής… Βλέπεις τώρα που μπορείς και κινείς, έστω και λίγο, τα χέρια σου; Έτσι θα γίνει και με τα πόδια. Θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται και θα ξαναστηθείς όρθιος…

- Είδα ένα όνειρο… Ένα πολύ όμορφο όνειρο. Έτρεχα κι έπαιζα μπάλα, όπως όταν ήμουν μικρός…, στη θάλασσα… και κολυμπούσα…

- Και αυτό θα γίνει, θα το δεις. Άλλωστε έχουμε τόσους μήνες μπροστά μας για το καλοκαίρι. Είναι παραμονές Χριστουγέννων και θα παλέψουμε, για να πάμε το καλοκαίρι στη θάλασσά μας!

- Ναι, μάνα. Στη δική μας παραλία…

- Πέρασαν τόσοι μήνες, για λίγους ακόμα θα στενοχωρηθούμε; Δε θα το βάλουμε κάτω. Θα ανατρέψουμε όλες τις προβλέψεις. Άλλωστε, οι γιατροί δεν είναι θεοί. Εκείνοι λένε όσα τους μαρτυρούν οι εξετάσεις σου. Εσύ, όμως, τους ξεγέλασες! Έτσι και τώρα, παιδί μου! Σε λίγες μέρες θα βγούμε από την Εντατική, θα πάμε σε δωμάτιο, θα κάνεις τις φυσικοθεραπείες σου και ό,τι άλλο χρειάζεται και το καλοκαίρι, που θα έρθει με μια ανάσα, θα πάμε στην παραλία μας…

Έλεγε, έλεγε η μάνα και του χάιδευε πότε το μέτωπο και πότε το χέρι, μέχρι που ο Κωνσταντίνος αποκοιμήθηκε. Τέσσερις ολόκληροι μήνες στην Εντατική και τις πρώτες μέρες δεν της έδιναν καμία ελπίδα ότι θα ζήσει. Τώρα πάλι, πριν μερικές μέρες που τον αποσυνδέουν σταδιακά από τα μηχανήματα, της είπαν πως θα μείνει τετραπληγικός. Κι όμως, εκείνος άρχισε να κινεί τα χέρια. Αδέξια μεν, αλλά τα κινεί. Έτσι θα γίνει και με τα πόδια του. Το πιστεύει απόλυτα, όπως πιστεύει στην ύπαρξή της και στην ύπαρξη του παιδιού της. Κι αν αυτό λέγεται Θεός, τότε, ναι, πιστεύει στο Θεό…

 

-

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μαίρη Κάντα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Μέγαρα. Αποφοίτησα από την Φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων. Το 2010 μετακόμισα μόνιμα στην Αθήνα για να σπουδάσω δημοσιογραφία στο ιεκ "ΑΚΜΗ". Έχω παρακολουθήσει ακόμα σεμινάρια νοηματικής γλώσσας και θεατρικής γραφής, ενώ συνεχίζω τις σπουδές μου στην λογοτεχνική γραφή στη " Tabula Rasa". Λατρεύω την Αθήνα, γιατί σε αυτή την πόλη, έγιναν πραγματικότητα όλα τα όνειρά μου. Αγαπάω επίσης το ουράνιο τόξο μετά από μία καταιγίδα. Μου θυμίζει πως όσα προβλήματα και αν υπάρχουν, κάποια στιγμή έρχεται το «ουράνιο τόξο», η λύση στα προβλήματα.

4 Σχόλια

    • Αθηνά Μαραβέγια

      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Λενάκι μου!!!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  1. Σοφία Ντούπη

    Κι αν αυτό λέγεται Θεός,, τότε, ναι, πιστεύει στο Θεό. Με συγκίνησες πολύ Αθήνα μου και σ ευχαριστώ πολύ για αυτό..Την αγάπη μου να είσαι πάντα καλά!!!

    Απάντηση
    • Αθηνά Μαραβέγια

      Σοφία μου, συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά πότε-πότε “δηλώνω” εξαφανισμένη!!!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ για το όμορφο σχόλιό σου!!!!!!!!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!