Ο δρόμος έτριζε και η δόνηση διαχεόταν κάτω απ' τα πόδια τους. Δεν ενοχλούσε κανέναν, βέβαια. Αντίθετα, ακούγονταν ενθουσιώδη χειροκροτήματα και ανέμιζαν φθηνιάρικα σημαιάκια στα χέρια των παιδιών.

Οι αστυνομικοί βαριεστημένα όριζαν πού θα σταθούν οι εορτάζοντες. Εικονικά περήφανοι, φτωχοί πολίτες, ντυμένοι πιο επίσημα απ' τις άλλες ημέρες, επευφημούσαν τους δικούς τους. Γιαγιάδες στρατιωτών, ερωμένες αξιωματικών και παιδιά των μουσικών της μπάντας, που σκόρπιζε μελωδίες από τρομπόνι, τούμπα και γκρανκάσα.

Τα μαχητικά ζωγράφιζαν σουρρεαλιστικά σχέδια στον μαρτιάτικο ουρανό της πόλης και τα εμβατήρια παιάνιζαν, συντροφιά με τους ήχους απ' τα τανκς και τ' άρβυλα στο τσιμέντο της Πανεπιστημίου.

Είχε σταθεί απέναντι απ' το Οφθαλμιατρείο, γιατί της είχε πει ότι θα ήταν τελευταίος στη σειρά, κατεβαίνοντας προς την Ομόνοια, αριστερά. Του είχε πει ότι θα φοράει γαλάζιο πουκάμισο.

Τον είδε μετά από μήνες, που εκείνος αρνιόταν να την συναντήσει, για να μην απογειωθούν εκστασιασμένοι στο δωμάτιο 421. Ήθελε -λέει- να διεκδικήσει πάλι τη γυναίκα του.

Έστρεψε το όπλο και πυροβόλησε, μόλις πέρασε από μπροστά της. Τα μαχητικά είχαν ξεσηκώσει για άλλη μια φορά τα περιστέρια απ' τις στέγες.

Χάθηκε στο τρομαγμένο πλήθος, χωρίς να δει την μπλε στολή του να γεμίζει αίμα, κάπου πίσω απ' την καρδιά.

_

γράφει η Ηλέκτρα Αλεξάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!