Ήσυχα και καθαρά κοιτάω πια τον κόσμο
κι αφήνω στους αέρηδες ορθάνοιχτη την πόρτα.
Τη λύτρωση ψάχνω να βρω μες στης ψυχής το δρόμο,
μα τ’ άδικο αίμα γύρω μου με καίει
σα να ’ναι φλόγα!

Ο θάνατος καραδοκεί, η πείνα, η ξεφτίλα...
και μπαίνουν όλοι στη γραμμή, επαίτες μιας ζωής.
Σαν στοιχισμένα είναι σχοινιά ή σκόρπια ανέμου φύλλα,
για μαριονέτες και νεκρούς του ενός λεπτού η σιγή.

Δεν ξέρω τι είναι πιο βαρύ και τίνος είναι χρέος,
να παίζει τη μια με τα σχοινιά, την άλλη με τα φύλλα.
Σε ποιους θεούς η θυσία τους να προκαλεί τάχα δέος;
Και πώς αντέχουν οι δειλοί, σαν λεν’ εγώ δεν είδα!

Δεν ξέρω πίσω απ’ όλα αυτά τι υπάρχει ή ποια η ουσία;
Πού σταματάει η ευθύνη μου; Και πού ξανά την έχω;
Αν απ’ την άβυσσο για να βγω, θα πάρω ποιαν ευθεία;
Μα ένα είναι το σίγουρο, ότι άλλον πόνο δεν αντέχω.

Γι’ αυτό το πείσμα μου φορώ, είναι το μόνο που ’χω,
και όλο κοιτώ στον ουρανό τα φύλλα αν ανεμίζουν.
Ντύνω την έρμη μου ψυχή στο πιο καλό της ρούχο
αρκεί οι κούκλες τα σκοινιά μόνες τους να ορίζουν!

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!