τοβιβλίο.net

Select Page

Ερωτηματικά και σχόλια

Ερωτηματικά και σχόλια

-Μας παίρνουν τις δουλειές μας

-Έρχονται οι ξένοι και φεύγουν τα παιδιά μας…

-Ο ΑΜΚΑΣ είναι δικός μας, γιατί να τον έχουν κι αυτοί;

-Τόσον καιρό έχει μηνίσκο, εδώ ήρθε να θεραπευτεί;

-Καλά δεν ήταν στην Τουρκία; Γιατί ήρθαν εδώ; Ποιος τους κάλεσε;

-Εδώ δεν έχουμε εμείς να φάμε, θα ταΐζουμε αυτούς;

-Ο ένας δεν θέλει να τον δω γυμνό, η άλλη δεν μ’ αφήνει να της ψηλαφίσω το στήθος, τι διάολο θέλουν εδώ;

-Κι αφού είχε σκοπό να πεθάνει, ήταν ανάγκη να έρθει εδώ να κάνει την απόπειρα; Τόση θάλασσα δεν του έφτανε;

-Έλα να σου δείξω πώς κόβουν τις φλέβες…

-….

Σε καθένα από τα παραπάνω υπάρχουν οι απαντήσεις. Όπως, ας πούμε:

Δεν μας παίρνουν τις δουλειές μας, γιατί τα παιδιά μας δεν τα μάθαμε να δουλεύουν, να αγαπούν και να σέβονται τη γη.

Όταν λένε «ξένοι», δεν εννοούν, φυσικά, τους τουρίστες, που τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους σε τούτο δω τον τόπο.

Ο ΑΜΚΑ(Σ) δεν είναι δικός μας. Είναι ένας από τους τρόπους, τους πάρα πολλούς, που αποδεικνύουν πως ανήκουμε όλοι στον Μεγάλο Αδελφό και έτσι μας ελέγχουν.[...]

Για τα υπόλοιπα, που και τα περισσότερα ξεστόμισαν χείλη κάποιων που έδωσαν τον όρκο του Ιπποκράτη, το μόνο που μπορεί να λεχθεί, είναι πως αυτοί οι άμοιροι άνθρωποι ανήκουν σε άλλους πολιτισμούς και άλλες νοοτροπίες. Για παράδειγμα, τους άντρες ασθενείς εξετάζουν άντρες γιατροί και το αντίστοιχο τις γυναίκες.

Μήπως, όμως, τα ίδια δεν κάναμε, δεν λέγαμε, δεν νιώθαμε εμείς, οι απόγονοι του Ξένιου Δία, και για τους συνέλληνες της Μικρασίας, όταν “τόλμησαν” να ζητήσουν καταφύγιο στη μάνα- Ελλάδα;

Η αλήθεια είναι πως μιλάμε για ένα από τα μέρη της χώρας μας, για έναν τόπο που δεν έχει περάσει καν αιώνας που ενώθηκε με την υπόλοιπη πατρίδα και έπαψε να είναι υπό την κατοχή και “συμμάχων”. Για έναν τόπο που έχει υποστεί τόσα. Που έχει στιγματιστεί σαν χώρος εξορίας πολιτικών κρατουμένων, μα πιότερο σαν χώρος του “Ένοχου μυστικού της Ευρώπης”, με λόγια όπως «…τους πετάγαμε από την πόρτα το πιάτο με το φαγητό και όσο και όπου έφτανε…, γιατί φοβόμαστε…, ήταν επικίνδυνοι…» κι ας ήταν δεμένοι πάνω στα σιδερένια κρεβάτια τους με λουριά και αυτοσχέδιους ιμάντες. Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι, αυτού του τόπου, να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται “ο θάνατός σου, η ζωή μου”;

Είναι μια απορία, η γεύση που μου άφησε ή όπως λέμε “η τελευταία αίσθηση”, φεύγοντας από τούτον τον τόπο, που επί τούτου δεν ονοματίζω.

Πώς είναι δυνατόν, αυτοί που τόσο έχουν πονέσει, να μην νιώθουν τον ανθρώπινο πόνο; Πώς γίνεται να μιλούν με τον χειρότερο τρόπο για κείνους, που η κακιά και μαύρη τους μοίρα, μαζί με αυτούς που κυβερνούν τον κόσμο όλο, τους έφεραν και τους έριξαν, κυριολεκτικά, στην πόρτα τους; Αυτούς που, χωρίς να το θέλουν, βρέθηκαν σε χέρια δουλεμπόρων και στη συνέχεια να χαροπαλεύουν με τα κύματα και να ξεβράζονται σε τούτα τα χώματα; Ν’ αφήνουν πίσω τους περιουσίες, μα πιότερο, γονείς, συντρόφους, αδέλφια, παιδιά, κομμάτια απ’ την ζωή και τον πολιτισμό τους - και μάλιστα σπουδαίο πολιτισμό - τα ήθη, τα πιστεύω και τα έθιμά τους;

Φοβερή και τραγική εμπειρία να μπορέσεις, αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, να συνχνωτιστείς, να τους ακούσεις, να νιώσεις, όχι οίκτο, όχι, να νιώσεις νοιάξιμο για τον συνάνθρωπο, στου οποίου τη θέση μπορεί κάποτε να βρεθείς, και να προσπαθήσεις να τους απαλύνεις, όσο γίνεται, τον φόβο για το άγνωστο και τον πόνο για όσα και ό,τι  έχασαν. Τους αρκεί ένα χαμόγελο από καρδιάς, να δουν στα μάτια και στην συμπεριφορά σου πως τους αντιμετωπίζεις σαν ανθρώπους και όχι σαν τα σκουπίδια που ξεβράζει η φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Άντρες, γυναίκες, παιδιά, που στη θωριά σου διψούν για λίγη κατανόηση, λίγη καλοσύνη, κι αν τους χαμογελάσεις, σου το αναγνωρίζουν και σου το ανταποδίδουν με κάθε τρόπο. Σε βλέπουν στο δρόμο και σου σκάνε ένα τέτοιο χαμόγελο, που θαρρείς πως ο συννεφιασμένος ουρανός άνοιξε μια χαραμάδα κι απλώθηκε γύρω σου ο πιο λαμπερός ήλιος!

Όλοι εμείς οι τυχεροί -με ή χωρίς εισαγωγικά- πώς είναι δυνατόν ν’ αποκαλούμε όλους αυτούς - ακόμα κι ο Ουγκώ θα ζήλευε την ύπαρξή τους και θα έγραφε πολύτομους “Αθλίους”- Λαθρομετανάστες, όταν εμείς οι ίδιοι, κάποια χρόνια πριν ή και τώρα, φεύγουμε από τον τόπο μας για ένα καλύτερο μέλλον και όχι με την πλέον νόμιμη οδό. Και το σπουδαιότερο: χωρίς να κινδυνεύει άμεσα η ίδια μας η ζωή.

Πώς γίνεται, όταν κάποτε, εκεί, στην δεκαετία ’45-’55, πηγαίναμε εμείς στις χώρες τους απρόσκλητοι - και σε άλλες “υπανάπτυκτες” χώρες - για να γεμίσουμε το άδειο στομάχι μας, τις άδειες και τρύπιες τσέπες μας και αφού ταΐζαμε και τις οικογένειες που έμεναν πίσω, πολλοί από μας, για να μην πω οι περισσότεροι, κακομεταχειριζόμαστε αυτούς που μας φιλοξενούσαν στον τόπο και στα σπίτια τους; Μήπως δεν σκοτώσαμε, δεν βιάσαμε, δεν ασχημονήσαμε στα κορμιά και στις ψυχές αυτών που μας παραχωρούσαν τη γη, τα σπίτια και τα χέρια τους;

Πώς γίνεται, εμείς που κοκορευόμαστε πως σε άλλη γλώσσα δεν υπάρχει η λέξη φιλότιμο και το διατυμπανίζουμε, να σκεφτόμαστε με την τσέπη και όχι με το μυαλό και την ψυχή; Πώς είναι δυνατόν να σε βλέπουν, ακόμα κι εσένα που είσαι Έλληνας και πας για έναν σκοπό στον τόπο τους, γιατί σε στέλνει κάποια υπηρεσία να προσφέρεις τις γνώσεις σου, να σου φέρονται σαν να είσαι σκουπίδι; Πώς γίνεται να ξεχνούν, πως πριν το “προσφυγικό”, όπως λέγεται, σπάνια πατούσε το πόδι του “ξένος” στα χώματά τους και από τότε που ξεκίνησε το αιματοκύλισμα στην γειτονιά μας, λίγδωσε το αντεράκι τους, όπως μου είπε κάποιος;

Όλα αυτά τα ερωτηματικά και πολλά άλλα με συνοδεύουν, μέρες τώρα, σε κάθε μου βήμα, σε κάθε ανάσα μου. Δεν ξέρω αν θα απαντηθούν. Ξέρω μόνο πως η πίκρα στο στόμα και στην ψυχή μου είναι τόση, σαν να έχω καταπιεί ολόκληρο φορτηγό κινίνα.

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Bazaar βιβλίων

Έρευνα

Εγγραφείτε στο newsletter

Ενημέρωση μόνο για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος