Ανοίξανε οι ουρανοί, σε είδα να κατεβαίνεις
Φορούσες ανεμίζοντα μετάξια της σιωπής
Προσπάθεια αντίληψης του τι μου σημαίνεις
με ρίγη μες στα ρήγματα του βάθους της ψυχής
Σάμπως κι εγώ τι ήξερα, σου χάρισα ορχιδέες
μπας και μου πεις το τίτλο σου ή τι σου αναλογεί
Στου πάθους μου τη συντροφιά μου γέννησες ιδέες
κι ήταν η ώρα αθάνατη κι η έλξη τρυφερή
Κύμα δημιουργικότητας, μου έθρεψες τις λέξεις
κι ο χρόνος ο πραγματικός κατέστη απολλύων
Σενάριο φρίκης να με δεις, μα και να με αποπέμψεις
Μια σύγχυση του ονειρικού με ξέσπασμα δακρύων
Σαν πέσανε τα μάτια μου στον αντικατοπτρισμό σου
είδα εμένανε εκεί να εκπέμπω φως κι αγάπη
μα όταν κατάλαβα πως εγώ δεν είμαι ο εαυτός σου
άκουσα τα κομμάτια μου να καίγονται στην άκρη
Με όποια ενσυναίσθηση που με χαρακτηρίζει
τα σφάλματα τα συγχωρώ και άλλο τόσο εμένα
Είναι ο έρωτας ρητό που μας προσδιορίζει
μέρη του ασυνείδητου τυφλά προβεβλημένα
Κι η αγάπη, λένε, είναι αυτό, που ξέρεις γιατί μένεις
κι είναι το τώρα αιώνιο σαν έαρ εν αγγέλοις

_

γράφει η Δώρα Βαξεβανοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!