Η Αλίκη έγραψε

Σε ένα χαρτί

Ένα όνομα.

Το τύλιξε μια

Το τύλιξε δυο.

Το τύλιξε τέσσερις

Το έβαλε στο στόμα

Το μάσησε, το κατάπιε.

 

Όταν περνά ο καιρός το στομάχι της φωνάζει. Πεινά. Διψά. Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί απλά να τον φωνάζει. Γράμματα που κατέβηκαν από τον οισοφάγο της ένα βράδυ. Σαν πυρωμένα σίδερα αφήσαν σαν ουλή ένα όνομα στα τοιχώματα. Για να μην μπορεί πια να χορτάσει τίποτα.

 

Η Αλίκη κλαίει

Μέσα στα χέρια της

Κάτω από το δέρμα της

Το αίμα της φουσκώνει

Μια θάλασσα αίμα

Φουρτούνα που μισεί

Το μαχαίρι μπήγει

 

Όταν λυγά ο καιρός, το χέρι της πονά. Τα σημάδια την καίνε. Ο ήλιος τα κάνει διάφανα. Μέσα σε κόκκινη θάλασσα ένα κορίτσι φωνάζει πως πνίγεται. Μια ακτή την καλεί. Μα δεν είναι δική της. Τα χέρια της ματώνουν όπως ματώνει το σώμα της. Αίμα που ξεχειλίζει.

 

Η Αλίκη φεύγει

Σε ένα σύννεφο

Εξατμίζεται

Εξαφανίζεται

Δίχως λόγια

Δίχως ρίζες

Σε ένα σύννεφο

Μια πόρτα να περνά

Μια πόρτα να αφήνει

Κι ύστερα σιωπή

 

Η Αλίκη που σωπαίνει. Η Αλίκη που δε θα ‘ρθει. Η Αλίκη που ήθελε. Η Αλίκη που φοβόταν να θέλει. Κορώνα. Γράμματα. Ποτέ μια τυχερή μαντεψιά. Στο χέρι να σκάει το νόμισμα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!