Σήμερα διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας

έπειτα από χρόνια

με την Αντιγόνη,

τον πιο όμορφο, εφηβικό μου έρωτα.

 

Γειά σου Αντιγόνη, της είπα.

 

Έστρεψε, για λίγο το βλέμμα της πάνω μου

και ύστερα, προχώρησε.

Στα άλλοτε υπέροχα πράσινα μάτια της,

διέκρινα τώρα,

ένα βλέμμα παράξενο,

άδειο.

 

Αντιγόνη στάσου, της φώναξα

μη φεύγεις,

εγώ είμαι ο Οδυσσέας.

 

Κοντοστάθηκε,

μου ’ριξε μια παράξενη ματιά.

 

Εγώ όμως δεν είμαι η Πηνελόπη,

είπε.

 

Αντιγόνη συνέχισα, δεν με θυμάσαι

εγώ είμαι ο παιδικός σου φίλος

ο Οδυσσέας.

 

Στράφηκε ενοχλημένη.

 

Εσύ μπορεί να είσαι όποιος θες,

μα εγώ δεν είμαι, καμιά Αντιγόνη.

 

Έκανε δυο βήματα,

έστρεψε το βλέμμα της, προς το μέρος μου.

 

Ή ίσως που ξέρεις;

Μπορεί και να ’μαι κάποια Αντιγόνη

ή μάλλον, κάποια αλλοπαρμένη ανεμώνη,

που ξεφυλλίζω τα πέταλά μου ολημερίς στους δρόμους

για να ξεχνιέμαι.

Που φτύνω τη μοναξιά μου, για να μη μένω μόνη,

είπε

και συνέχισε

την μοναχική της π ε ρ ι π λ ά ν η σ η

 

_

γράφει ο Φώτης Τρυφωνόπουλος