Στάθηκα κάτω από την τέντα. Ο ουρανός ντυμένος με μαύρα σύννεφα που εγκυμονούσαν. Κοίταζα ψηλά και σκεφτόμουν ότι όπου να 'ναι θα αρχίσουν οι πόνοι. Σε περίμενα. Αργούσες. Δεξιά και αριστερά έριχνα το βλέμμα μου διαδοχικά μήπως φανεί η λατρεμένη σου μορφή. Χάιδευα τις πιέττες του κόκκινου φορέματος που το φόρεσα μόνο και μόνο επειδή όταν με πρωτοείδες με αυτό, μου χάρισες το πιο ερωτικό χαμόγελο και είδα πως καθρεφτίστηκε η σιλουέτα μου στα μάτια σου. Και ενώ ήμουν χαμένη στις σκέψεις, η βροχή ξεκίνησε. Και να σου εσύ απέναντι κρατώντας ανοιχτή μια μαύρη ομπρέλα, να μου κάνεις νόημα να περάσω το δρόμο και να σε συναντήσω. Σου φώναξα: «Βρέχει! Θα γίνω μούσκεμα, χάλια». Γέλασες και είπες: «Σιγά, πώς κάνεις έτσι; Από ζάχαρη είσαι;». «Δεν τη θέλω τη βροχή. Με μελαγχολεί. Δε θέλω το χάδι της επάνω μου να κυλάει. Εσύ είσαι αυτός που με λέει ζαχαρένια του. Είμαι παιδί του ήλιου. Μόνο να χαμογελώ ξέρω. Έλα εσύ εδώ. Βάλε με κάτω από την ομπρέλα σου και πάρε με αγκαλιά, ήλιε μου». Συνέχισες να γελάς και να με προκαλείς. Να μου λες ότι αν δεν έρθω εγώ εκεί που είσαι, δε θα με πάρεις αγκαλιά. Και το έκανα το πρώτο βήμα αγαπημένε. Στάθηκα στη βροχή. Άρχισα να λιώνω. Ένας ένας οι ζαχαρένοι κόκκοι απλώθηκαν στην άσφαλτο. Πες μου τώρα τι κατάλαβες;

_

γράφει η Ιωάννα Πορτοκάλη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!