Select Page

Η Κυρά του σπιτιού

Η Κυρά του σπιτιού

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, λίγο πριν την ένωσή της με την Ελλάδα, έζησε στην Κρήτη ο Παύλος Μανουσάκης, ζωγράφος. Εύπορος κληρονόμος μιας σημαντικής περιουσίας, γνωστός για τα γλέντια και τα παράξενης τεχνοτροπίας έργα του. Υπήρχαν κάποιοι που τον θαύμαζαν κι άλλοι που τον αποκαλούσαν ρεμπεσκέ. Δεν ευτύχησε να δει τη βιογραφία του να παρουσιάζεται στο Βικιπαιδεία, καθώς είχε προ πολλού αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Έτσι κι αλλιώς στο διαδίκτυο δεν υπάρχει η ιστορία που εμπιστεύτηκε στον παππού μου όταν, νεαρός μαθητής εκείνος, παρακολούθησε τα μαθήματά του και κάτι παραπάνω, έγινε ο έμπιστος μαθητής του, ο άνθρωπος στον οποίο επέλεξε να εμφυσήσει τα μυστικά της τέχνης του, το αντίστοιχο του Πρεβελάκη για τον Καζαντζάκη στην τέχνη τους. Αυτός λοιπόν κάποτε, όπως μου τα διηγήθηκε ο παππούς μου, άφησε τα Χανιά και για δέκα μέρες ταξίδευε με το άλογό του, καλπάζοντας στις ερημιές χωρίς προορισμό. Από ένα απόκρημνο ύψωμα είδε τη θάλασσα να εκτείνεται μπροστά του, τη στιγμή που ο ήλιος έδυε πίσω απ’ το Λευκό βουνό.

Κάτω βρισκόταν ένα μικρό χωριό. Αποφάσισε να πάει εκεί για να περάσει τη νύκτα του και να ξεκουράσει το άλογό του, όμως καθώς πλησίαζε βρήκε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι που του κίνησε το ενδιαφέρον. Ψηλό, λίγα μόλις μέτρα απ’ το γκρεμό, χωρίς τίποτα τριγύρω του εκτός από ένα γέρικο δέντρο. Στάθηκε κοιτώντας το και για λίγο ένιωσε μια παράξενη αίσθηση ότι ταξίδευε στο χρόνο. Ταχύτατα εικόνες περνούσαν απ’ το μυαλό του, πριν το άλογό του ανήσυχο τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Άφησε το άλογό του να τον οδηγήσει στο χωριό.

Τη νύκτα έμεινε στο πανδοχείο μιας μεγαλόσωμης, χαρωπής γυναίκας. Ο γιος της φρόντισε το άλογο, ενώ αυτός έφαγε κάτι, χαμένος στις σκέψεις του.

“Ποιανού είναι εκείνο το σπίτι στο ύψωμα;” ρώτησε τη γυναίκα.

Είδε το πρόσωπό της ν’ αλλάζει και να γίνεται σοβαρό.

“Κανενός. Κανείς δε μένει σ’ αυτό το σπίτι εδώ και πολλά χρόνια”.

Εκείνο το βράδυ στο πανδοχείο ο Παύλος είχε έναν ανήσυχο ύπνο με πολύ ένταση. Ονειρεύτηκε την κυρά του σπιτιού στο λόφο να του ψιθυρίζει για τη ζωή τους. Ένιωθε μια πρωτόγνωρη οικειότητα γι’ αυτήν και γλύκα. Όσο του μιλούσε τα λόγια της γίνονταν εικόνες ολοζώντανες  μπροστά του. Μικρά παιδιά που τρέχαν χαρωπά παίζοντας γύρω απ’ την πράσινη βελανιδιά, γέλια, αγάπη. Πόνος, θάνατος. Ένιωσε απέραντη, απροσμέτρητη θλίψη καθώς ξυπνούσε και τη δυσβάσταχτη αίσθηση της απώλειας.

Ξύπνησε πριν χαράξει  και ήδη ήξερε τι ήταν αυτό που θα έκανε. Πήρε το άλογό του κι ανέβηκε ξανά στο ύψωμα. Αντίθετα με τ’ όνειρό του τα πάντα ήταν ξερά κι έρημα, εγκαταλελειμμένα. Έπρεπε να σπρώξει ξανά και ξανά για ν’ ανοίξει η μεγάλη ξύλινη πόρτα. Είδε στο ημίφως μια μεγάλη κουζίνα μ’ ένα τραπέζι και καρέκλες σκόρπιες. Ένα μεγάλο τζάκι κυριαρχούσε στο δωμάτιο. Τα πάντα σκεπασμένα από σκόνη. Ανέβηκε πατώντας αβέβαια την ετοιμόρροπη  ξύλινη σκάλα και βρέθηκε σ’ ένα άλλο δωμάτιο, που θα πρέπει να ήταν η σάλα. Είχε από ένα παράθυρο σε κάθε τοίχο. Επάνω βρίσκονταν δυο υπνοδωμάτια. Πιο πάνω ακόμα είχε τη σοφίτα. Μύριζε μούχλα και πολυκαιρισμένα ποντικοκούραδα, ακόμα και τα ποντίκια φαινόταν πως είχαν εγκαταλείψει αυτό το μέρος από καιρό. Κι όμως του άρεσε τούτο το σπίτι. Είχε μια αύρα που ερέθιζε τις καλλιτεχνικές του χορδές.  Πριν κατέβει είχε ήδη πάρει την απόφασή του. Εκεί θα προσπαθούσε να σπρώξει την τέχνη του ένα βήμα πιο πέρα. Θα αντιπάλευε το κενό με το οποίο πολύ συχνά έρχονται σε κάποια φάση της ζωής τους οι περισσότεροι καλλιτέχνες.

Πήγε με το άλογό του ως το χωριό για ν’ αγοράσει ορισμένα πράγματα και ξαναγύρισε με τη μάνα του μπακάλη να τον βοηθήσει να καθαρίσει. Κάποια πράγματα που έπρεπε να κανονιστούν, όπως το κατεστραμμένο σε ένα κομμάτι ξύλινο πάτωμα και η σκάλα, θα επιδιορθώνονταν τις επόμενες μέρες.

“Αλλά γιατί θέλεις να μείνεις εδώ γιε μου;” ρώτησε η γριά ενώ καθάριζε την κουζίνα.

“Γιατί μ’ αρέσει εδω!” απάντησε ο Παύλος καθώς κάρφωνε μια καρέκλα.

“Αλλά μπορείς να βρεις άλλα σπίτια καλύτερα στο χωριό. Τι θα τρως, εδώ; Ποιος θα σε περιποιείται; Σε παρακαλώ άσε το και πάμε στο χωριό”

“Δε θέλω να πάω στο χωριό. Θέλω να μείνω εδώ”.

Αυτή σταμάτησε να μιλά για λίγο, για να συνεχίσει έπειτα με περισσότερη ένταση από πριν:

“Ξέρεις τι λένε για τούτο το σπίτι; Ότι έχει φαντάσματα. Αυτό λένε! Γι’ αυτό και κανείς δεν το πλησιάζει”

“Δε με νοιάζει τι λέει ο κόσμος γριά” απάντησε εκείνος που ήδη είχε τελειώσει με την καρέκλα και πήγαινε πάνω.

Το απογευματάκι η γριά είχε τελειώσει τη δουλειά της και γύρισε πίσω στο χωριό. Ο Παύλος συνέχισε να τακτοποιεί μέχρι αργά τη νύχτα και ξάπλωσε αμέσως ψόφιος στην κούραση. Κοιμήθηκε χωρίς να ταράξει τίποτε τον ύπνο του.

Το πρωί τον ξύπνησε ο ξυλουργός και δούλευαν όλη τη μέρα και την επομένη. Όλα πήγαν καλά. Την τρίτη μέρα το σπίτι ήταν έτοιμο, τα σύνεργά του είχαν κιόλας φτάσει κι ο Παύλος έπινε το κρασί του κοιτώντας τη θάλασσα απ’ το μεγάλο παράθυρο, ετοιμάζοντας ένα προσχέδιο του πίνακα που είχε κατά νου να φτιάξει. Ήταν ικανοποιημένος και ήρεμος. Η σελήνη έβγαινε ντροπαλή απ’ τη δύση για να βάψει γρήγορα τη θάλασσα ασημί.

Στη μεγάλη πόλη ο Παύλος συνήθιζε να μην ενδιαφέρεται για τον χρόνο που γρήγορα περνούσε με φίλους και γυναίκες που τον θαύμαζαν για τους πίνακές του χορεύοντας τις νύχτες και γκαρίζοντας τραγούδια για τζιτζίκια τις ημέρες… Ώσπου δεν ήθελε άλλο τους φίλους που πάντα γελούσαν με τα ίδια πράγματα, δεν ήθελε πια τις γυναίκες που ενδιαφέρονταν μόνο για τη δική τους εικόνα. Κανείς απ’ αυτούς δεν μπορούσε να καταλάβει τι προσπαθούσε να πει με την Τέχνη του. Εδώ ένιωθε πως θα μπορούσε να βάλει ξανά τη ζωή του σε κίνηση. Θα έφτιαχνε ένα πορτραίτο της Κυράς του σπιτιού, όπου θα πάντρευε τη φαντασία με το ρεαλισμό, το στατικό με το δυναμικό, τη ζωή με το θάνατο.

Άκουσε θόρυβο απ’ τη σκάλα κάτω και γύρισε να δει τι ήταν, αλλά δεν είδε τίποτα. Η σελήνη βρισκόταν ψηλά και τις λείπαν λίγες μέρες μέχρι να γεμίσει.

Στιγμιαία ένιωσε τεντωμένος. Ο καπνός του τσιγάρου του υψωνόταν σε παράξενες μορφές παίζοντας στον αέρα και σε μια παραίσθηση είδε να σχηματίζεται το πρόσωπο μιας γυναίκας. Βήματα ακούστηκαν τώρα ξεκάθαρα στη σκάλα. Έμεινε ακίνητος, κοκκαλωμένος περιμένοντας κάποιον να εμφανιστεί.

Τούτη τη νύχτα ονειρεύτηκε πάλι την Κυρά του σπιτιού. Ψηλή, αδύνατη, μ’ ένα φίνο πρόσωπο και μαύρα μαλλιά που σκέπαζαν το σώμα της μέχρι τη μέση, του μιλούσε γλυκά και τον κοίταζε με απέραντη αγάπη. Του εξήγησε ότι ήταν σύζυγοι σ’ άλλον καιρό κι ότι ζούσαν σε τούτο το σπίτι. Ότι είχαν παιδιά και ζούσαν ευτυχισμένοι πριν μοίρα μισητή καταστρέψει τα πάντα φέρνοντας το θάνατο…

Το πρωί ξύπνησε με μία ξεκάθαρη ανάμνηση όλων όσων είχαν συμβεί στον ύπνο του. Αισθανόταν καλά. Είχε δει το πρόσωπό της, χρόνια πριν σε μια κοπελιά, την πρώτη με την οποία είχαν κάνει έρωτα. Μετά συνέχισε να το βλέπει στην έκφραση του προσώπου σχεδόν κάθε γυναίκας στο ζενίθ της αγάπης τους. Το πορτραίτο που θα ζωγράφιζε ήταν κάτι παραπάνω λοιπόν, η προσωποποίηση του Έρωτα. Ξεκίνησε με αδρές γραμμές να φτιάχνει το περίγραμμα του πορτραίτου της. Όμως δεν σταμάτησε εκεί, στο φόντο πίσω της σχεδίασε το σπίτι.

Η νύχτα ήταν γλυκιά, όπως η προηγούμενη, κι ο Παύλος ξέχασε το χρόνο που περνούσε. Η νύχτα ήταν φωτεινή και τ’ αστέρια λάμπαν διάσπαρτα απάνω. Δεν άκουγες τίποτα εκτός απ’ τη θάλασσα που συγκρουόταν στα βράχια.

Ανεπαίσθητα βήματα ακούστηκαν στη σκάλα. Γύρισε και την είδε. Ήταν όμορφη, κομψή σαν τη σελήνη. Χάθηκε στη θέα της.

“Γεια σου” του είπε.

“Γεια ” ψιθύρισε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και γρήγορα. Αυτή πήγε σε μια κοντινή καρέκλα και κάθισε.

“Σε περίμενα πάντα. Πάντα πίστευα ότι θα ερχόσουν, γι’ αυτό δεν άφησα ποτέ τούτο το σπίτι.”

“Σε έψαχνα πάντα. Η ζωή μου ήταν άδεια χωρίς εσένα.” Άπλωσε το χέρι του για να την πιάσει. Εκείνη όμως τραβήχτηκε.

“Δίχως αίμα, έχουν μόνο την πίστη τους και την αγάπη, οι νεκροί” του είπε θλιμμένη.

“Σε αγαπώ” της είπε και άνοιξε τα χέρια του σαν για να την αγκαλιάσει. Έκλεισε τα μάτια του και αισθάνθηκε ότι την αγκάλιαζε.

Τη έλεγαν Κατερίνα. Ήταν νεκρή για πάνω από ογδόντα χρόνια. Είχε πηδήξει με τα παιδιά της απ’ τα ψηλά του σπιτιού στη θάλασσα για να αποφύγει να πιαστεί απ’ τους πειρατές που είχαν εισβάλει στην περιοχή. Ο άντρας της, τον βεβαίωσε ότι έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, είχε σκοτωθεί την προηγούμενη μέρα στη μάχη. Οι πειρατές πάτησαν το χωριό κι έπιασαν γυναίκες και παιδιά για να τους πουλήσουν.

Όταν ήρθε το πρώτο φως εκείνη εξαφανίστηκε και ο Παύλος κοιμήθηκε. Όλες τις επόμενες νύχτες συνέβαινε τούτο. Οι νύχτες περνάγαν γρήγορα, γλυκές και γεμάτες αγάπη. Στο φως των κεριών έφτιαχνε την εικόνα της, ενώ εκείνη του ‘λεγε ιστορίες κι εκείνος έβρισκε τον τρόπο να χωρά στον πίνακά του και τις ιστορίες αυτές.

Το πορτραίτο της προχωρούσε γρήγορα κι ήταν χωρίς αμφιβολία το καλύτερο έργο που είχε φτιάξει ποτέ στη ζωή του. Όταν το ζωγράφιζε, ήταν περισσότερο σαν το πινέλο του να έσβηνε ένα πέπλο που το έκρυβε, σαν να αποκάλυπτε μια εικόνα που ήδη υπήρχε.

Κάποια μέρα το πρωί χτυπούσε η πόρτα. Ο Παύλος ξύπνησε και πήγε ν’ ανοίξει. Η γριά μάνα του μπακάλη τρόμαξε όταν τον είδε. Ήταν αδύνατος σαν σκελετός, τα μάτια του από κάτω μαύρα κι έμοιαζε πολύ αδύναμος.

“Γιε μου, τι κάνεις; Πώς είσαι;” τον ρώτησε ανήσυχη.

“Είμαι καλά, ευχαριστώ. Κι εσύ;”

“Σου ‘φερα μια πίτα και λίγα αβγά. Αλλά πες μου, δεν τρως τίποτα;”

“Φυσικά και τρώω” είπε αβέβαια σα να μην τον είχε απασχολήσει αυτό το θέμα εδώ και καιρό. “Πέρνα μέσα σε παρακαλώ, μη στέκεσαι στην πόρτα”

Η γριά πέρασε και κοίταξε ένα γύρω επιφυλακτικά. Όλα βρίσκονταν όπως τα είχε αφήσει, σα να μην έμενε κανείς σε τούτο το σπίτι. Μόνο σκόνη και υγρασία.

Ήπιαν ένα καφέ.

“Γιε μου δεν έχεις τίποτα να σου μαγειρέψω; Πρέπει να φας”

“Δυστυχώς δεν έχω τίποτα.” της απάντησε.

“Και πώς ζεις; Γιε μου σου λέω ότι αν δεν τρως θα πεθάνεις. Θες να πεθάνεις;”

“Όχι, δε θέλω να πεθάνω.” Είπε και κοίταξε τ’ αδύνατά του χέρια

“Εντάξει, αν δε θες να πεθάνεις θα πας με το άλογο στο χωριό να φέρεις φαγώσιμα κι εγώ θα στα μαγειρέψω. Κι αυτό το έρμο το ζωντανό έχει μείνει πετσί και κόκαλο. Δεν ακούω τίποτα. Αν δεν πας εγώ δε φεύγω από ‘δω! Και θα μου υποσχεθείς ότι από δω και πέρα θα τρως και δε θ’ αφήνεις τον εαυτό σου. Φάε τώρα την πίτα σου”.

Διασκέδαζε με την επιμονή της και ήξερε ότι είχε δίκιο, έτσι έκανε ό,τι του είπε. Σ’ αυτό το διάστημα εκείνη άνοιξε τα παράθυρα να μπει καθαρός αέρας και φως και ξεκίνησε να ξεσκονίζει. Όταν ήταν στο δεύτερο πάτωμα είδε τον πίνακα, που ήταν σχεδόν έτοιμος. Βλέποντας το πορτραίτο άρχισε να τρέμει και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Πριν τα σκουπίσει είδε θαμπά ότι το πρόσωπο της γυναίκας κινιόταν. Με τρόμο έτρεξε κάτω και περίμενε να ‘ρθει ο Παύλος. Δεν του ‘πε τίποτα, μαγείρεψε ασυνήθιστα σιωπηλή και έφυγε.

Εκείνη τη νύχτα ο Παύλος τέλειωσε το πορτραίτο. Η Κατερίνα τον κοιτούσε σιωπηλή και πήγε στην αγκαλιά του. Πολύ νωρίς ένας γλυκός ύπνος έκλεισε τα μάτια τους. Την επόμενη μέρα πήγε στην κοντινή πόλη για να στείλει ορισμένα γράμματα και να κανονίσει κάποιες υποθέσεις. Του άρεσε να βλέπει τον κόσμο στην αγορά να κινείται στους γρήγορους ρυθμούς της πόλης. Να περπατά, να αγοράζει και να πουλά, χαμογελαστός ή στριμμένος, του έφτιαχνε το κέφι. Όμως στην επιστροφή ένιωθε ανυπομονησία να δει την αγάπη του. Ο ήλιος έδυε όταν έφτασε.

Το σπίτι είχε καεί. Μόνο οι μαυρισμένοι τοίχοι που ακόμα καπνίζαν είχαν μείνει. Όλα είχαν γίνει στάχτη. Μπήκε μέσα ψάχνοντας στα χαλάσματα με την καρδιά ραγισμένη. Τα πάντα είχαν καεί.

Κάμποσα χρόνια μετά ο Παύλος στην πόλη του έκανε μαθήματα ζωγραφικής. Από τότε είχε πάψει να ζωγραφίζει. Η ένωση με την Ελλάδα είχε φέρει έναν αέρα κοσμοπολιτισμού στο νησί. Σπάνια έβγαινε. Η μόνη του απόλαυση ήταν να βλέπει την πρόοδο των μαθητών του. Είχε αποκτήσει τη φήμη σπουδαίου δασκάλου της ζωγραφικής. Ένας φίλος που ‘χε του ‘λεγε:

“Παύλο τούτη τη νύχτα θα βγούμε. Είναι χαρά θεού έξω. Και πρέπει να γνωρίσεις την ξαδέρφή μου! Ναι;”

“Όχι” ήταν πάντα η απάντηση.

Κι όμως μια νύχτα αποφάσισε να βγει.

Πήγε σε ένα ήρεμο κέντρο απ’ τα τόσα που είχαν ανοίξει τον τελευταίο καιρό. Έπινε μόνος το ποτό του όταν την είδε. Ήταν καθισμένη σε ένα τραπέζι στο βάθος. Ήταν αυτή, ολόιδια όπως στον πίνακα και στα όνειρά του. Μόνο τα μαλλιά της ήταν κουρεμένα κοντά και τα ρούχα της σύγχρονα. Τον κοίταξε αμέσως και χαμογέλασε. Ένιωσε να χάνει πάλι το μυαλό του. Ποια ήταν η γυναίκα αυτή που έμοιαζε τόσο στην Κατερίνα του; Τα φαντάσματα είχαν φύγει απ’ τη ζωή του πολύ καιρό πριν. Έμοιαζε να περιμένει κάποιον. Υπήρχαν δυο ποτήρια πάνω στο τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή ένα χέρι τον έπιασε απ’ τον ώμο.

“Έτσι λοιπόν, λέμε ότι έχουμε πολύ δουλειά και μετά πάμε μόνοι για να τα πιούμε, ε;”. Ήταν ο φίλος του, εκείνος που πάντα του έλεγε ότι έπρεπε να βγει. Ο Παύλος χαμογέλασε αμήχανα.

“Αλλά τώρα σ’ έπιασα! ”

“Πάμε να γνωρίσεις την ξαδέρφη μου. Της έχω πει τόσα για σένα που ανυπομονεί να σε γνωρίσει. Πάμε!” O Παύλος δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του.

“Πάμε, να, εκεί στο βάθος είναι! Θα χαρεί πολύ.”

Ένα τεράστιο χαμόγελο γέμισε το πρόσωπ του Παύλου.        

Αυτή ήταν η ιστορία του Παύλου Μανουσάκη όπως μου την είχε διηγηθεί ο παππούς μου. Τη διηγιόταν με μια κρυφή περηφάνια, ίσως γιατί απ’ όταν έγινε μαθητής του ο Παύλος Μανουσάκης ξανάρχισε να ζωγραφίζει. Πάντα έδειχνε να συγκινείται και στο τέλος συνήθιζε να δείχνει μια φωτογραφία του ζεύγους μ’ εκείνον, νεαρό ανάμεσά τους, σ’ ένα ασημένιο κάδρο πάνω στο κομό. Μια φωτογραφία που φύλαξα, παρότι με τρόμαζε όταν ήμουν μικρός.

Τη θυμήθηκα χτες όταν διάβασα ένα άρθρο με τίτλο “Πουλήθηκε για μισό εκατομμύριο το έργο του κρητικού Νταλί «Η Κυρά του σπιτιού»”. Μεγέθυνα την εικόνα του πίνακα και αφέθηκα να ταξιδέψω στο σουρεαλιστικό του περιεχόμενο με τη φωτογραφία του ζεύγους και του παππού μου στο χέρι. Η κα Μανουσάκη στα νιάτα της θα πρέπει να έμοιαζε καταπληκτικά με την Κυρά του σπιτιού.

Το καθαρό, εφηβικό της πρόσωπο θυμίζει Παναγία του Μιχαήλ Άγγελου. Πίσω αχνοφαίνεται το στοιχειωμένο σπίτι πάνω απ’ τον γκρεμό. Το πορτραίτο επικάθεται σε ένα φόντο ψηφιδωτών, κάθε ψηφίδα του οποίου διηγείται και μια ιστορία. Το σπίτι με τα παιδιά να παίζουν γύρω απ’ τη βελανιδιά, η επίθεση των πειρατών, ένας άντρας πάνω στο άλογό του να ανεβαίνει τον απόκρημνο λόφο, το εσωτερικό του σπιτιού με το μεγάλο τζάκι, ένας άντρας να ζωγραφίζει ένα πορτραίτο, ένας όχλος χωρικών να βάζει φωτιά στο πυργόσπιτο, ένας άντρας στ’ αποκαΐδια να προτάσσει το κομμένο κεφάλι μιας γριάς και να σταλάσσει το αίμα της σε μικρότερες ψηφίδες που μου είναι αδύνατον ξεχωρίσω.

_

γράφει ο Πάνος Παπαμιχάλης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!