Select Page

Η Μαρία Συτμαλίδου συνομιλεί με τη Βούλα Παπατσιφλικιώτη

Η Μαρία Συτμαλίδου συνομιλεί με τη Βούλα Παπατσιφλικιώτη

Πώς μπορείς να γλιτώσεις από μία σχέση που σου «έκλεψε» ακόμα και το όνομά σου;

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;
Επειδή ξέρω ότι ασχολείστε με παραμύθια, θα σας πω μια ιστορία. Μια προσωπική κατά κάποιον τρόπο εξομολόγηση. Είναι περίεργο το πώς ξεκίνησα να γράφω. Από παιδί ήμουν πολύ μοναχικό άτομο και ένας τρόπος για να μυηθώ στα παιχνίδια ήταν να φανταστώ δικά μου πλάσματα, τα οποία δεν ήταν απαραιτήτως πάντοτε φιλικά προς εμένα. Δηλαδή φανταζόμουν φίλους, εχθρούς, συμβούλους, νοερούς δασκάλους, νοερούς συμμαθητές και άλλα πολλά άτομα, έναν δικό μου μικρόκοσμο για να σας δώσω να καταλάβετε, διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών ονομάτων. Αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, το κάνουν νομίζω αρκετά παιδιά. Το περίεργο με εμένα ήταν ότι δημιουργούσα ένα παράλληλο κόσμο σε συνδυασμό με τον πραγματικό πολύ άνετα και σε ηλικιακά έτη μετέπειτα από τα παιδικά. Με τα δικά μου φανταστικά πρόσωπα, ήρωες κάποιου άλλου σύμπαντος, παράλληλου με την καθημερινή πραγματικότητα, τη ρεαλιστική ζωή, μπορούσα να μιλάω φωναχτά αρκεί να μη με άκουγαν οι άλλοι. Οι απ’ έξω. Ήταν το δικό μου προσωπικό παράθυρο στο εικοσιτετράωρο, κάτι που έκανα κρυφά, δεν επέτρεπα να παρεισφρήσει κανένας άλλος και παρότι η σχέση με τους γονείς μου υπήρξε και εξακολουθεί να είναι άριστη, ήταν κάτι που επέλεξα να μη συζητήσω μαζί τους. Όταν όμως βρισκόμουν πια προς το τέλος των φοιτητικών μου χρόνων και έκανα τα τρίμηνα της ψυχιατρικής, ήταν η πρώτη φορά που με άγχωσε αυτό το γεγονός. Παρακολουθώντας το μάθημα της ψυχιατρικής ήρθα σε σύγκρουση με τον εαυτό μου όσον αφορά το τι είναι πραγματικότητα και τι όχι. Μια φαντασία που ξεφεύγει από το χώρο της και ζει τη «ζωή» του πραγματικού, εξακολουθεί να παραμένει φαντασία με τον τρόπο που την εννοούμε; Πόσο βλαπτικό ή ωφέλιμο είναι αυτό που συμβαίνει για το άτομο που βιώνει ένα τέτοιο γεγονός; Λοιπόν η ημιμάθεια είναι σαφώς χειρότερη από την αμάθεια, και σαν ημιμαθής που ήμουν εκείνη την εποχή, τρόμαξα. Συνάντησα έτσι κατόπιν δικής μου πρωτοβουλίας τον αείμνηστο τότε διευθυντή της ψυχιατρικής και δάσκαλό μου στα μαθήματα. Ο άνθρωπος μού αφιέρωσε πάρα πολύ χρόνο και με άκουσε προσεκτικά όσο κανείς άλλος. Όταν τελείωσε η ακρόαση, μου είπε πολύ σοβαρά πως μία και μοναδική μπορεί να είναι η διάγνωση στην περίπτωση τη δική μου. Σα να τον ακούω: «Καλπάζουσα φαντασία, παιδί μου, και μάθε να την χρησιμοποιείς, γιατί από τη μια μπορεί να γίνει ευλογία αλλά από την άλλη, μια φαντασία χωρίς διέξοδο μπορεί να γίνει και κατάρα». Είναι πρέπον και θεμιτό να αναγνωρίζουμε τη ζωή στην πραγματικότητά της και να πατάμε γερά στα πόδια μας, αν όμως έχουμε να δώσουμε άλλες ιστορίες ή ακόμα περισσότερο αν οι ίδιες οι ιστορίες έρχονται και μας βρίσκουν, είναι κατά κάποιον τρόπο υποχρέωσή μας να μοιραζόμαστε αυτά τα νέα σκαλιά ύπαρξης με άλλους, με ανθρώπους που δεν έχουν τη θέληση ή και τη δύναμη να τα ανέβουν. Του χρωστάω μεγάλη ευγνωμοσύνη. Έτσι βρήκα μια μορφή λύτρωσης. Γράφοντας για νέα όντα, νέους ήρωες, νέες ζωές, νέες πραγματικότητες. Και το φοβερό είναι ότι αυτοί οι ήρωες-έρμαια των παθών και των συναισθημάτων τους, κινούν οι ίδιοι τα νήματα στην εξέλιξη μιας ιστορίας. Αν θέλουν να πουν κάτι ή να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που εγώ η ίδια σκέφτομαι, πρέπει να τους ακούσω και να τους σεβαστώ…
Οτιδήποτε όμορφο μπορεί να ξεκινήσει σαν ένα απλό χόμπι, αλλά όταν εξελιχθεί σε κάτι πιο σοβαρό και ταυτόχρονα πιο εξωστρεφές απαιτώντας να το μοιράζεσαι, αρχίζεις να έχεις απαιτήσεις από εκείνο και εκείνο από από εσένα.
 
Τι ήταν εκείνο που σας ενέπνευσε να γράψετε το βιβλίο σας;
Το «Ράτενσκα ή Μεσοκαλόκαιρο», αυτό είναι το όνομα της Νουβέλας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Κεντρί», είναι μία συνένωση ιστοριών διαφόρων ατόμων (γυναικών ως επί το πλείστον) σε μία. Δεν αφορά μόνο δικά μου βιώματα, κυρίως αφορά εμπειρίες τρίτων. Η δουλειά μου έχει να κάνει με γυναίκες περισσότερο. Όχι βέβαια ότι εξαιρούνται οι άντρες. Ο καθένας μπορεί να πάρει στοιχεία από το περιβάλλον του. Είδα λοιπόν, προς έκπληξή μου, ότι στην εποχή που ζούμε, γυναίκες χειραφετημένες, με πάρα πολύ μεγάλη μόρφωση, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μία σχέση, όχι απαραιτήτως ερωτική, με τον ίδιο ή και ακόμα χειρότερο τρόπο από αυτόν που βίωναν τις σχέσεις τους γυναίκες του περασμένου αιώνα. Οι γυναίκες όμως εκείνες είχαν μια άλφα δικαιολογία, δεν υπήρχε η οικονομική ανεξαρτησία της γυναίκας που υπάρχει στην εποχή μας, ενώ την οποιαδήποτε, έξω από το κατεστημένο διαμαρτυρία, συνόδευε συχνά η κατακραυγή της κοινωνίας. Υπάρχει ένα κομμάτι στη γυναικεία ψυχή, που λες και κουβαλιέται από το παρελθόν. Η ηρωίδα του βιβλίου μου είναι ένα άθροισμα κομματιών των γυναικών που παρατήρησα. Έχει χάσει ακόμα και το όνομά της μέσα από μία σχέση, δηλαδή έχει χάσει πλήρως την προσωπική της υπόσταση. Επί εικοσιπέντε συναπτά έτη μια γυναίκα χειραφετημένη δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από κάτι που την αρρωσταίνει και πέφτει στην παγίδα που συμβαίνει συχνά σε μία σχέση. Πολλές φορές όταν αγαπάμε, αγαπάμε αυτό που νομίζουμε, που φανταζόμαστε πως υπάρχει στο άτομο της επιλογής μας, αγαπάμε το όνειρο και ίσως όχι το άτομο αυτό καθαυτό. Το ζήτημα είναι τι γίνεται όταν αρχίζουμε να διακρίνουμε σιγά-σιγά την αλήθεια. Πόσο εύκολο είναι να απαγκιστρωθείς από την παλιά σου ουτοπία; Και με ποιο τρόπο; Η γυναίκα στη νουβέλα αποφασίζει, στο τέλος πια, να αποκτήσει ένα καινούργιο όνομα, ένα όνομα προσωπικής της επιλογής, το όνομα «Περίντε Πλούμα», που στα λατινικά σημαίνει «Όμοια με Φτερό». Το όνομά της το αποφάσισα, ξεφυλλίζοντας ένα παλαιότατο βιβλίο Λατινικών σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο των Αθηνών και έτσι για μένα, αυτή η διαδικασία επιλογής του ονόματος της ηρωίδας της νουβέλας, είναι μια συγκινητική εμπειρία που θα μου μείνει αξέχαστη. Καθώς εξελίσσεται η πλοκή της νουβέλας, η Περίντε Πλούμα, καταφέρνει σε ένα εικοσιτετράωρο, ένα μεσοκαλόκαιρο μιας 21ης Ιουνίου κάποιου σωτήριου έτους, να απαλλαγεί ή να τιμωρήσει το δυσάρεστο και το αρρωστημένο με τον τρόπο της.
 
Τι σημαίνει για εσάς έμπνευση;
Η έμπνευση είναι κάτι αόριστο. Πιστεύω ότι είναι κάτι που μπορεί να έρθει αυθόρμητα, αλλά επίσης είναι και κάτι που πρέπει να κυνηγήσεις. Ο συγγραφέας πρέπει να έχει οξυμένες όλες του τις αισθήσεις. Η έμπνευση μπορεί να έρθει παρακολουθώντας τους ανθρώπους στο δρόμο, τα βλέμματα, τις χειρονομίες, τους διαλόγους, τους καυγάδες, τα φιλιά, το πέταγμα ενός πουλιού, τον ήχο της θάλασσας, τον ήχο μιας κόρνας κ.α. Μικρά γεγονότα που δεν τους δίνουμε σημασία μπορεί να κρύβουν μέσα στην πεπερασμένη ζωή τους, μία ίσως μεγάλη και μη πεπερασμένη ιστορία. Η έμπνευση πιστεύω ότι κάποιες φορές περιμένει από εμάς τους ίδιους να την καλέσουμε. Αν έχουμε την ευτυχία να ακουμπήσουμε μια καλή, άξια να ειπωθεί ιστορία, είναι ένα μεγάλο βήμα, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να την κάνουμε κτήμα μας, να νιώσουμε ότι την κοινωνήσαμε, ότι έγινε πλέον κομμάτι του εαυτού μας, μόνο τότε μπορούμε να την προσφέρουμε έντιμα προς τα έξω. Είτε καταγράφουμε αυτούσια μια ιστορία ή αυτή αποτελεί το κίνητρο για τη γέννηση μιας άλλης ιστορίας, όλα μπορεί να πραγματοποιηθούν αρκεί να παραχθεί κάτι το αξιοδιάβαστο.
Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι η έμπνευση είναι μία στιγμή στο χρόνο, ή ορμάς και την αρπάζεις ή της επιτρέπεις να σου ξεφύγει.
 
Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σας δυσκολεύει τη γραφή σας;
Λόγω των θετικών μου σπουδών έχω αποκτήσει έναν ορθολογιστικό τρόπο σκέψης που είναι λίγο δύσκολο να χρησιμοποιηθεί στη λογοτεχνική γραφή. Η λογοτεχνία είναι κάτι πιο εύπλαστο, ενώ η λογικοφάνεια μπορεί να είναι και «θάνατος». Στον κόσμο της λογοτεχνίας βλέπουμε πολύ συχνά έναν ήρωα να κινείται ενάντια στη λογική, αυτό όμως είναι που τον κάνει πολύ γοητευτικό. Πιστεύω ότι είναι ένα κομμάτι, που θα πρέπει να διορθώσω. Επίσης το θέμα της υπομονής. Είμαι σε γενικές γραμμές υπομονετικό άτομο, αλλά όταν μου έρχεται μια έμπνευση θέλω να την καταγράψω μέχρι το τέλος τόσο γρήγορα έτσι ώστε όταν διαβάζω μετά το κείμενο, νιώθω ότι το έχω χάσει στις λεπτομέρειές του. Οι λεπτομέρειες όμως είναι που κάνουν γοητευτική μία σκέψη. 
 
Ασχολείστε με τη νουβέλα. Πιστεύετε ότι το Ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι εξοικειωμένο με αυτή τη μορφή της λογοτεχνίας;
Έχω την αίσθηση ότι στα χρόνια μας ζούμε μικρές, στενές, ζωές που χωράνε εύκολα σε μία νουβέλα. Επίσης η ζωή μας είναι δύσκολη, με πολύ γρήγορους ρυθμούς και η νουβέλα καλεί τον αναγνώστη να την επιλέξει γιατί δεν είναι το ογκώδες έργο ενός μυθιστορήματος, δεν τον κάνει να φοβηθεί το βιβλίο. Πιστεύω ότι σιγά σιγά το ελληνικό κοινό εξοικειώνεται με τη νουβέλα, αυτοί που διάβαζαν μεγάλα βιβλία προτιμούν τις μικρές ιστορίες. Να διευκρινίσω όμως ότι η μεγάλη μου αγάπη είναι το μυθιστόρημα, γιατί η συγγραφή ενός τέτοιου μεγάλου έργου είναι η κορυφή και το επιστέγασμα του έργου κάθε συγγραφέα. Το λατρεύω. Παρόλα αυτά, τις μικρές νουβέλες μπορούμε να τις διαβάσουμε λίγο πριν κοιμηθούμε, σε κάποιο μέσο μεταφοράς, στο διάλειμμα της εργασίας μας, ζούμε μια άλλη ζωή παράλληλη με την δικιά μας και μας βοηθάει να ανεχτούμε δυσκολίες, να ονειρευτούμε, να κλάψουμε λυτρωτικά ή να χαμογελάσουμε.
 
Έχετε συγκινηθεί με ένα βιβλίο που έχετε διαβάσει;
Ναι. Είναι το Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε του Άντονι Ντορ. Έχω κλάψει με αυτό το έργο και είχα καιρό να κλάψω με βιβλίο. Νομίζω πως είναι από τα καλύτερα αναγνώσματα που μου έπεσε στο χέρι το προηγούμενο καλοκαίρι. 
Διαδραματίζεται στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά αυτό που κατάφερε να κάνει ο συγγραφέας με τη γραφή του είναι αξιοθαύμαστο. Υπάρχει μια κοπελίτσα που τυφλώνεται στα έξι της, αν θυμάμαι καλά, η οποία μαθαίνει τους δρόμους του Παρισιού από τον μπαμπά της ο οποίος είναι κλειθροποιός και της κατασκευάζει μοκέτες τις γειτονιάς της. Το κοριτσάκι τις ψηλαφά με τα ακροδάχτυλα και τις μαθαίνει απ’ έξω, για να περπατάει στους δρόμους χωρίς να σκοντάφτει. Έχει έξοχες περιγραφές ενός Παρισιού εκείνης της εποχής, τόσο εξαιρετικές που αισθάνομαι πολύ άτυχη που δεν έχω επισκεφτεί αυτή την πόλη. Είχα καιρό να αγαπήσω ένα ήρωα σε ένα βιβλίο και έναν αντιήρωα επίσης, όπως νομίζω ότι είναι και το εξαιρετικά πλασμένο αγόρι της ιστορίας. Μαγευτικό κατόρθωμα, νομίζω.
 
Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση;
Ή γράψε κάτι που να αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που να αξίζει να γραφτεί. 
Βενιαμίν Φραγκλίνος 
 
Για ποιο λόγο θα σταματούσατε να γράφετε;
Δεν θέλω να σταματήσω να γράφω. Νομίζω μόνο αν συνέβαινε κάτι εξαιρετικά βίαιο, προερχόμενο από εξωγενή παράγοντα, που να αφορά την ψυχική ή τη σωματική υγεία, τη δική μου ή των ανθρώπων που αγαπώ, θα υποχρεωνόμουν να σταματήσω να γράφω. Όταν λέω κάτι εξαιρετικά βίαιο το εννοώ, γιατί σε μία απλώς δύσκολη κατάσταση, η συγγραφή μιας σελίδας μπορεί και να δράσει ψυχοθεραπευτικά, να σε βοηθήσει να βρεις δύναμη να ξεφύγεις και να στηρίξεις τους ανθρώπους που αγαπάς.

 

_

γράφει η Βούλα Παπατσιφλικιώτη

Ράτενσκα ή Μεσοκαλόκαιρο
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Το κεντρί

Πως μπορεί κάποιος να δώσει ένα όνομα σε κάτι που νομίζει ότι δεν υπάρχει; Τι κοινό μπορεί να έχουν ένας αργαλειός και μια ανασκαφή εκτός από το γεγονός ότι και οι δύο λέξεις αρχίζουν από Άλφα; Τι μπορεί να διδάξει η «Διάπλαση των Παίδων» του Ξενόπουλου σε μια Μάνα που δεν γέννησε ποτέ; Και πόσο είναι εφικτό ένα Πυροβολισμός να προκαλέσει το τέλος μιας γέννησης και την αρχή μιας άλλης στην ίδια πάντα ζωή; Ένα Μεσοκαλόκαιρο του καινούργιου αιώνα, μια νέα γυναίκα που ξέχασε το όνομά της και ένα νεκρό σώμα που όσο ζούσε το φώναζαν Ράτενσκα θα διηγηθούν τη δική τους ιστορία, περπατώντας πάνω στα ξεχασμένα γέλια παλιών σκελετών. Μια ιστορία Αγάπης και Μίσους, ζωών περιστρεφόμενων η μία μέσα στην άλλη, με τους τόνους, τα κόμματα και τις τελείες τους, όλα τα σύμβολα μιας γήινης γραφής. Θα πουν μια ιστορία που αρχίζει με Πι και τελειώνει με Πι, κι ας είναι το σύμβολο του τέλους το Ωμέγα.

«Το δεύτερο γράμμα, αυτό που έγραψε ο Ράτενσκα στην αστυνομία, το έδωσε σε ένα κακόμοιρο λαχειοπώλη, νέο μα μίζερο, Λευτέρη τον λένε, με την εντολή να το παραδώσει στην Αστυνομία σήμερα κατά τις πέντε. Του έδωσε ένα δεκάευρω πριν την παράδοση και θα του έδινε ένα άλλο μετά. Ο καημένος ο Λευτέρης, το γράμμα θα το έχει δώσει ήδη και τώρα θα βρίσκεται έξω από το σπίτι του Ράτενσκα, αναζητώντας έκπληκτος το δεκάευρώ του ανάμεσα στα γαρύφαλλα που θα στολίζουν το φέρετρο. Πολύ λυπάμαι! Νοιώθω ότι εγώ χρωστώ αυτά τα χρήματα .Ίσως κάποτε καταφέρω να του το ξεπληρώσω.»

Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Μαρία Συτμαλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε την Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάζεται μόνιμα στην ίδια πόλη ως Ιατρός –Ενδοκρινολόγος. Έχει βραβευτεί με το Τρίτο βραβείο στον ΙΔ’ Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό «ΚΟΥΡΟΣ ΕΥΡΩΠΟΥ» για την Ποιητική Συλλογή «ΝΥΚΤΕΡΙΝΕΣ ΩΔΕΣ» καθώς και με το Α’ Βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (16/12/2009) για το θεατρικό έργο «ΟΙΝΑΝΘΗ-ΓΑΛΗΝΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ». Το έργο «ΡΑΤΕΝΣΚΑ ‘Η ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ» είναι η πρώτη της νουβέλα, ενώ μεγάλο τμήμα του ίδιου έργου βραβεύτηκε ως θεατρικός μονόλογος στον Τρίτο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ομίλου για την UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος (2014)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!