Select Page

Η ‘Πολιτεία’ του Ηλία Τσέχου

Η ‘Πολιτεία’ του Ηλία Τσέχου

Η ‘Πολιτεία’ του Ηλία Τσέχου

«Με ποια μέτρα και σταθμά Σε ανακηρύττουν μέγα ποιητή Σημαντικό επίσης…» Ήταν καβάλα στο ποδήλατο Ξηρός καλαμιώνας Στενό σοκάκι άτιμο «Με μέτρα και σταθμά Που εσύ δεν έχεις» ούτε βήχα (Ηλίας Τσέχος, ‘Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας Μην πω τίποτε άλλο’).

Η ποιητική πολιτεία του Ηλία Τσέχου περιλαμβάνει εικόνες, μνήμες, επιρροές, τα υποκείμενα που δρουν και «ακινητοποιούνται», την ποίηση ως επιθετικό πλαίσιο αποκοπής από ότι περιορίζει, από το ορθό αλλά και από τη μη-ορθό. «Ματώνουν οι μάχες που δεν δώσαμε Τον χρόνο άκου τον καλά, μαθαίνει Προς νότο θάλασσες, ανατολάς ψαρεύουν! Η κάπαρη, δείχτης αλατιού, ούριος Παλίρροιες γιορτές, νεροξεμαλλιασμένες, Εξαγγελίας φούρλας: πάστρα χορεύουν τα νησιά Παραμύθι πως τα κάστρα δεν γέρνουν στο φως Ανεμοστρόβιλοι γύροι θανάτων λόγοι Φανάρια θυέλλης οι συμπάθειες Δεν έχει λόγους η καρδιά, χτυπά».[1]

Ο Ηλίας Τσέχος συγκροτεί ένα γίγνεσθαι ζωτικό, οικείο, ένα γίγνεσθαι που φέρει το βάρος της μαρτυρίας, ατομικής-συλλογικής, της ποιητικής απόδοσης, όχι ευθυνών αλλά προσδιοριστικών στοιχείων: μία νίκη που φέρει το δυνητικό βάρος της ήττας, τον χρόνο που «άκου τον καλά, μαθαίνει». «Μαθαίνει» να ενσωματώνεται στο σώμα, στο χώρο, να καθίσταται έννοια σχετική, σχεδόν σωματική, να ‘διαπερνά’ τις βεβαιότητες.

Στο ποιητικό σύμπαν του Ηλία Τσέχου ο χρόνος πυκνώνει, παραλληλίζεται με μία κίνηση αντίστροφη, συμπυκνώνει διφυή χαρακτηριστικά: σωματική αλλαγή & παρηγορία για αυτό που δεν ήρθε και εξέβαλλε του πεδίου, μαθητεία πάνω στις στιγμές-συμβάντα, «μαθητεία» της ίδιας της μνήμης. Ο ποιητής «θρυμματίζει» και από-δομεί όπως και ο χρόνος, διεισδυτικά και βαθιά: «Ματώνουν οι μάχες που δεν δώσαμε» αναφέρει..

Όταν η λέξη-ποίηση «στέκει» μετέωρη, όχι για να γεμίσει τα διάκενα, αλλά για να τα αναδείξει και να τα αποκρυσταλλώσει ως τμήμα ενός μη-εξακολουθητικού βίου, που περιλαμβάνει διάκενα ωσάν χάσματα μνήμης & ζωής, αναβολές, ματαιώσεις, το αίμα ως συνθήκη (ως μύθο δύναται να αναφέρουμε) αλλά και ως διάστικτο, προσωπικό και συλλογικό τραύμα.. Και βήμα-βήμα προς την εναρμόνιση με την πρωταρχική ανθρώπινη κατάσταση, ο ποιητής συγκροτεί τη δική του υποκειμενοποίηση: «Δεν έχει λόγους η καρδιά, χτυπά», φυσικά, ζωτικά, απολύτως ανθρώπινα, δείκτης της ανθρώπινης-σωματικής φθοράς αλλά και ‘μορφή’ καθημερινής ‘αναγέννησης’ άνευ λόγων, όπως γράφει ο ποιητής, και, κάποιες φορές, άνευ στοχεύσεων. Και ο μη-λόγος (μη στόχευση) «μετασχηματίζεται» σε δι-ιστορικό σημείο, στο σημείο ακριβώς που συνυφαίνει πορείες, εκεί όπου η δυναμική του, παράδοξα, έγκειται στο λόγο και στην ηθελημένη ‘αυτό-παγίδευση’ στις σημάνσεις της ποίησης..

Που είναι φυσικότητα, και μη-λόγος που όμως, κινεί.. Ο μη-ταυτοτικός λόγος γίνεται ή είναι λόγος της ποίησης, της ποίησης που προκαλεί & προσκαλεί σε μία μάχη δια των λέξεων και των εννοιολογικών τους πλαισίων.

Στων «θανάτων τους λόγους», στην αποτύπωση της ταυτότητας εντός ποίησης, στις «παλίρροιες», στις «γιορτές» νεροξεμαλλιασμένες, ο Ηλίας Τσέχος μετέρχεται της μεθόδου της ανάδυσης, της «ενσάρκωσης» του συνεχούς και του α-συνεχούς, με τον ρυθμό ενός χορευτή που κινείται και αλλάζει πορεία.. Η πολιτεία του, η ποιητική του ‘πολιτεία’ είναι η «πατρίδα» του, το πεδίο όπου θα εκδίπλωση τακτικές και μάχες, με τον ίδιο τον εαυτό και μη. Επρόκειτο για μία ‘πολιτεία’ της διεύρυνσης, της κατανομής αρμοδιοτήτων και «όπλων» στον αναγνώστη: αφέσου και γνώρισε. Ψηλάφησε το χώρο για να δράσεις.

Διαμέσου μίας ειρωνείας που ανασημασιοδοτεί την ποίηση, ο ποιητής θέτει το σώμα στο επίκεντρο, το περικλείει με λέξεις, με έννοιες, με μία έμφορτη «επιθετικότητα»: χτυπά για να παραμείνει.

«Χόρευαν σπουδαία οι Έλληνες Τα ωραιότερα κοστούμια φορώντας Στις μέρες μας θρηνούν Καθημερινά φορέματα Πρόχειρες μόδες Άκαρδα αίματα συλλόγων Και μεθαυριανά με ορούς Αυλές των σπιτιών, πλατείες Δίχως χορούς Η ψυχή μου πονά θέσμια Λαϊκούς οργανοπαίχτες Καλοχορευτές, Χόρευαν σπουδαία οι Έλληνες Τα ωραιότερα λάθη φορώντας».[2]

Η ‘πολιτεία’ του ποιητή διαμέσου λαθών, της διεύρυνσης στο ατελεύτητο, σε αυτό που ενσκήπτει στο χώρο ως ανθρώπινη δράση-ιστορία. Και δίνοντας τις «μάχες» του εντός πεδίου τις αναπαράγει ως άρθρωση του απαραίτητου. Ο ποιητής εντός ποίησης «κερδίζει» τη ζωτικότητα, την ενέργεια να κατευθύνει το λόγο του, με κλιμακούμενη ένταση στην από-μυθοποίηση, στην πρόσληψη της αναγκαίας ετερότητας, στην ‘πολιτεία’ της συμπεριληπτικής ποίησης. Και δομεί ένα δείγμα ποίησης που λειτουργεί ως συμβολική ‘τροφή’. Μάνα-πρόσωπο και ποίηση μάνα: «Ναι ή Όχι Η ζωή επανάληψη Δεν αγαπώ τις επαναλήψεις Πίνω τον καφέ πικρό Όπως πικρή είναι η ζωή Μη σας γελά η ζάχαρη Η μάνα μου λέει-έλεγε «Δεν είναι πικρή η ζωή Μικρή είναι».[3]

Δεν πρόκειται για μία απλή λαϊκή θυμοσοφία αλλά για την ιδιαίτερη μετατόπιση, παλινδρόμηση στον δυϊσμό: Μάνα-τροφός (και στοιχείο του είναι) & ποίηση ως δύναμη, ή αλλιώς ως η ‘πολιτεία’ των άπειρων συνδυασμών-δυνατοτήτων. Η αυτοδύναμη ‘πολιτεία’.

Με μία ποιητική πολυσυλλεκτικότητα άμεση, ο ποιητής ‘είναι’ ο μύθος και η αλήθεια μαζί, ο έρωτας και η τελική του επίθεση, σχετίζεται με την μάνα η οποία, και εντός φυσικής απώλειας, «μετασχηματίζεται» σε ενεργητικότητα, σε λόγο που αρθρώνεται με την ποίηση. Η ποίηση διευρύνεται συνεχώς, προσλαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά του ρεαλισμού, της πορείας μαζί με το «τείχος», της άρσης. Η ‘πολιτεία’ του των μετωνυμιών και των ενσαρκώσεων, είναι παράταιρη, άυλη & υλική ταυτόχρονα, γειωμένη στο δεν (ή στο α στερητικό) και στο πάμε. Είναι η ‘πολιτεία’ των προσώπων που γνωρίζουν να συσπώνται, να κινούν και να κινούνται υπό το πρίσμα μίας πρακτικής σκληρότητας που περιβάλλει..

Ο ποιητής από την Ημαθία συγκροτεί την ταυτότητα του εν κινήσει, υποσκάπτει θελήσεις, επιδίδεται στην κοινωνική παρατήρηση, κατασκευάζει-δομεί παίγνια: με τον εαυτό του, με τους άλλους, με τις πολύσημες μνήμες της ζωής στην πόλη (που είναι η διακλάδωση & η ανταλλαγή, το μεταίχμιο μεταξύ ατομικότητας και συλλογικότητας) και της επιστροφής στο Γιαννακοχώρι, το οποίο λειτουργεί και ως τόπος αναπαραγωγής της προσωπικής-ποιητικής του φοράς: ποίηση ως αντεστραμμένο είδωλο των «χαμένων» από την καθημερινή ροή του χρόνου, υπάρξεων. Και με αυτό τον τρόπο η ποιητική του φωνή καθίσταται «παράγων» μίας ιδιαίτερης «πανουργίας», ήτοι της «εκτόξευσης» ‘απειθάρχητων’ λέξεων, ακριβώς στο βαθμό που «απειθάρχητη» καθίσταται η ιστορία και η επιτάχυνση της..

Όπως αναφέρει ο Σάββας Μιχαήλ: «Η Ποίηση, όμως, δεν είναι στέρηση αλλά πλήρωμα των καιρών, δεν είναι ανάγκη αλλά ανάγκη πέρα από την ανάγκη, πράξη απελευθέρωσης».[4] Ο Ηλίας Τσέχος εγγράφει την ποίηση ως καθαυτό «πυρηνική» συνθήκη, την προσλαμβάνει ως παίγνιο ρίσκου, ως απουσία & ως παρουσία (λανθάνουσα και πραγματική), ως ιδιαίτερο και ειδικό μέρος επί το όλον.

Με την ποιητική του άρθρωση εκβάλλει τις λέξεις από τη δική του πραγματικότητα που περιλαμβάνει δομικά την ποίηση. Εφευρίσκει τις λέξεις ως τέχνασμα συνομιλίας, τις καθιστά ποιητική ροή-αλληλουχία, «Αγριόχορτο στόμα»: «Σε αγκάλιασα Όταν ο ουρανός Τηλεόρασης Άνοιξε Φιλί στο Περίστροφο Κι έφαγες Μούρα Πάλι σαν Παλιοχαμούρα Σφαίρα Νυμφαία».[5] Πραγματικά, σε αυτό το σημείο, ο ποιητής αναπαριστά τα ‘ανοιχτά σύνορα’, την «επικράτεια» της συσχέτισης και της αντίστιξης. Εντός ενός ευρύτερου πλαισίου, μπορεί και ανακτά τις γραμμές της εναλλαγής..

Η ποιητική πολιτεία του Ηλία Τσέχου περιλαμβάνει εικόνες, μνήμες, επιρροές, τα υποκείμενα που δρουν και «ακινητοποιούνται», την ποίηση ως επιθετικό πλαίσιο αποκοπής από ότι περιορίζει, από το ορθό αλλά και από τη μη ορθό. Είναι ιδιαίτερη όπως η ποίηση που έχει μάθει να φωνασκεί.. Και η ιδιαιτερότητα της έγκειται στο πεδίο του μονολεκτικού διαλόγου, στα σώματα που ομνύουν σε κάτι μικρό, ζωτικό και απαραίτητο, στο «ιδίωμα» της σάρκας που θυμάται.

 

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, ‘Μονόστιχα’, Στους Σωκράτη Βάτσκο, Χρήστο Διαμαντή, Άγγελο Ζορζοβίλη, Ποιητική συλλογή ‘Νόμοι Αφιερώσεων’, Β’ Έκδοση, Ούτις, Αθήνα, 2012, σελ. 30.

[2] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Ελλαδικοί χοροί και κοστούμια’, Στον Ηλία Ιωσηφίδη…ό.π, σελ. 23.

[3] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Υγρός αγώνα…ό.π.,’ σελ. 7.

[4] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΑΚΤΗΜΩΝ Ή Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ SUMMUM BONUM’, ‘HOMO POETICUS’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 303.

[5] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Εγκαίνια πάντα η φτώχεια’, Ποιητική συλλογή ‘Αγριόχορτο Στόμα’, Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα, 2015, σελ. 17.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!