Γνωρίζεις κάποιον, τον συμπαθείς, τον ερωτεύεσαι, τον αγαπάς και γίνεται ο άνθρωπός σου για μικρό ή μεγάλο διάστημα -δε λέμε για “πάντα”, αποφεύγοντας τις υπερβολές.
Νομίζεις ότι τον ξέρεις, ότι γνωρίζεις τον χαρακτήρα του, τα προτερήματα και τα ελαττώματά του. Πορεύεσαι μαζί του σε μια ζωή που μοιάζει όμορφη, όχι μοιάζει, είναι όμορφη.
Κάποια στιγμή πλησιάζει το τέλος και αυτής της ομορφιάς, όπως συμβαίνει με όλες τις ομορφιές, πραγματικές και μεταφορικές.
“Δεν είναι δυνατόν” λες. Ο άνθρωπος αυτός που είναι δίπλα σου, είναι ένας άγνωστος. Κανένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του δεν αναγνωρίζεις.
Π.χ. πού πήγε η γαλατική του ευγένεια; Τι έγιναν οι καλοί του τρόποι; Τι έγινε το ενδιαφέρον του για το κάθε τι που σε αφορούσε, για τη δουλειά σου, την υγεία σου; Το ενστικτώδες θα έλεγα άπλωμα του χεριού του γύρω από τους ώμους σου, που δεν διατυμπάνιζε την ιδιοκτησία, το… αφεντηλίκι, αλλά την προστασία και την τρυφερότητά του για σένα. Τι έγινε το χαρούμενο ξάφνιασμά του όταν, χωρίς ψεύτικα προσχήματα, περνούσες από τη δουλειά του μόνο και μόνο να τον δεις για δευτερόλεπτα και να του ευχηθείς ξανά “καλημέρα” για πολλοστή φορά; Τι έγινε η άψογη συμπεριφορά του σε ένα εστιατόριο και ο χαριτωμένος τρόπος με τον οποίο επέμενε να σε ταΐζει, να σου τραβάει ελαφρά την καρέκλα για να καθίσεις πρώτα εσύ, με μία ανεπιτήδευτη ευγένεια;
Κι εσύ πια να νιώθεις μιαν υπερηφάνεια με έναν άντρα σαν αυτόν δίπλα σου, που σε έκανε να νιώθεις σαν το κέντρο του σύμπαντος και αν όχι σαν Βασίλισσα, σαν πριγκίπισσα το δίχως άλλο.
Και βεβαίως, τι έγινε το πάθος του στον έρωτα που σε έκανε κάθε φορά να αισθάνεσαι σαν την πρώτη; Το χαρακτηριστικό “τράβηγμα” των χαρακτηριστικών του από το πάθος και την προσμονή της ολοκλήρωσης;
Όλα αυτά και χιλιάδες άλλα που σε έκαναν να τρελαίνεσαι από υπερηφάνεια και λατρεία…
Τι έγιναν αυτά όλα, πού πήγαν;
Στα… ελαττώματα τώρα:
Το ελαφρύ ροχαλητό του που τον έκανε στην αρχή να ντρέπεται, που άθελά του σε ενοχλούσε, έγινε τώρα ένα μουγκρητό, ένα αγελαδίσιο μουγκανητό θαρρείς και το έκανε επίτηδες, σαδιστικά, για να σε αφήσει άυπνη, ή καλύτερα ακόμη, να σηκωθείς και να φύγεις μόνη σου από τη συζυγική παστάδα. Και τότε εκείνος να απλωθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος του κρεβατιού, με το πάπλωμα μισό πάνω του και μισό στο πάτωμα, και να συνεχίσει απτόητος το μουγκανητό, με το σπίτι να τραντάζεται θαρρείς από το εξαγριωμένο λαρύγγι του. Ωτοασπίδες λοιπόν και αλλαγή δωματίου.
Η αρχή του τέλους.
Άλλο:
Το διάβασμα της εφημερίδας του την ώρα του φαγητού, καλό πρόσχημα αποφυγής συνομιλίας. Και αν εσύ αποφάσιζες να διακόψεις την εκκωφαντική σιωπή του, εκείνος να απαντάει με ένα “Μμμ”. Σαν τύχαινε δε το φαγητό να μην του αρέσει, να τον βλέπεις προθυμότατα να παραγγέλνει πίτσες από την διπλανή πιτσαρία, δείχνοντας έμπρακτα την απαξίωσή του για την μαγειρική σου δεινότητα.
Όσο για την άλλοτε θεσπέσια στιγμή του έρωτα, το γύρισμα από την άλλη πλευρά αμέσως μετά και η έναρξη του solo μουγκανητού α καπέλλα.
Φρίκη!
Άλλο:
Αν έλεγες, “αγάπη μου πρέπει να πάω στο γιατρό, δεν είμαι καλά και φοβάμαι. Θα μπορέσεις σε παρακαλώ να με συνοδεύσεις;”, η απαίσια άρνησή του δε σου άφηνε περιθώρια να επιμένεις: “Λυπάμαι, έχω ένα κατεπείγον meeting, έπρεπε ήδη να έχω φύγει”. Για να μάθεις εντελώς τυχαία ότι το meeting δεν ήταν παρά το γήπεδο, χωρίς μάλιστα να παίζει και η αγαπημένη του ομάδα.
Άλλο:
Γυρίζει από τη δουλειά, τρώει με την αγαπημένη του όπως είπα βρωμοφυλλάδα αγκαλιά, το ρίχνει μετά στον ύπνο. Ξυπνάει
μετά από ένα δίωρο και πιάνει το κινητό του. Μιλάει με τις ώρες κι εσύ από διακριτικότητα δεν τον διακόπτεις. Και αν πια κάποια στιγμή δεν αντέξεις αυτήν την απαξία του και διαμαρτυρηθείς ότι σε αμελεί, με πόνο καρδιάς αυτός σου προτείνει να βγείτε για κανένα ποτό, ενδόμυχα ελπίζοντας στην άρνησή σου. Έχεις τη βασανιστική υποψία ότι χίλιες φορές καλύτερα θα ήθελε να βγάλει το σκύλο βόλτα. Έτσι όμως και δεχτείς και βγείτε θα καταλάβεις πολύ γρήγορα ότι ήταν μεγάλο λάθος σου τελικά να δεχτείς. Αυτή δεν ήταν έξοδος, όλη την ώρα μουτρωμένος και αλλού για αλλού.
Και άλλα δεκάδες, εκατοντάδες παραδείγματα ων ου έστιν αριθμός.
Μα τι έγινε το είδωλό σου, το πλάσμα που αγάπησες;
Αυτός που είναι δίπλα σου ποιος είναι; Τον ξέρεις; Τον αγαπάς; Σε κάνει και σένα να βγάζεις τον κακό σου εαυτό στην επιφάνεια, τον χείριστο εαυτό σου, για τον οποίο δεν είσαι καθόλου υπερήφανη, ξεστομίζοντας λόγια σιχαμερά και σε αργκό ο ένας εναντίον του άλλου. Όχι. Ούτε εσύ είσαι πια εσύ. Η αλλαγή του, η αλλαγή σου, μια κόλαση, δεν αντέχεται. Συγκρίνοντας το πριν σας με το νυν, είναι τόσο αποκαρδιωτικό.
Και κλαις τον χαμένο παράδεισο.
Ζεις την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, που όμως τίποτα δε θα την εμπόδιζε να είναι τουλάχιστον μία υποφερτή όψη.

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!