Σας έτυχε ποτέ αγαπητοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες γραφιάδες να αισθάνεστε τόσο μα τόσο γεμάτοι από ιδέες που να νομίσετε ότι θα γράψετε με μιας και απνευστί, τα βιβλία που ονειρευτήκατε και που δεν τα γράψατε εδώ και τόσα χρόνια;

Και τι κάνετε;

Παίρνετε τα καλά ξυσμένα μολύβια σας, κάθεστε μπροστά στις αγαπημένες λευκές σας κόλλες που εσάς αναμένουν για να πάρουν ζωή και κάνετε να αρχίσετε.

Αυτό γίνεται χωρίς πρόγραμμα τις περισσότερες φορές.

Μα ξαφνικά σαν να βγήκε το καλώδιο από την πρίζα όλες οι ιδέες σας έγιναν έπεα πτερόεντα και μην τις είδατε τις άστατες.

Και μένεις μετέωρος με το κατά τα άλλα καλά ξυσμένο μολύβι στο χέρι, αμήχανος, απορημένος και χωρίς να απολογείσαι στις λευκές σου κόλλες που εξακολουθείς να τις αφήνεις λευκές.

«Μα τι έγινε βρε παιδιά;» αναρωτιέσαι. «Εδώ είχα τόσο υλικό στο μυαλό μου που η μόνη μου έγνοια ήταν να το βάλω σε μία τάξη. Αντ’ αυτού τι βλέπω; Ένα χωράφι ξερό, άνυδρο και χέρσο. Κάνω με την τσουγκράνα να σκαλίσω το ξεραμένο χώμα. Και με τη μάνικα να ρίξω λίγο δροσερό νεράκι. Μπας και καταφέρω κάτι λίγο έστω…

Αχ! πόσο μετανιώνω που δεν εκμεταλλεύτηκα το ευλογημένο νεράκι της βροχής να το φύλαγα σε τεράστιες βροχοαποθήκες για να το έχω με την πρώτη ζήτηση καλή ώρα σαν και τώρα! «Στερνή μου γνώση» λέω, «έβαλα μυαλό, ναι, μα τώρα τι γίνεται; Τι να κάνω;».

«Μην κάνεις τίποτα» μου λέει μουλαρωμένο το ευφυές μου μυαλό. «Μην κάνεις τίποτα αφού έφυγε η έμπνευση. Μα αφού το ξέρεις ότι σου έχει αδυναμία, σε λίγο κοντά σου θα είναι πάλι βρε κουτό. Μην την εκβιάζεις αφού το ξέρεις ότι δεν της αρέσουν τα ζοριλίκια και η πίεση. Τι της αρέσει; Το καλόπιασμα. Κάντο λοιπόν, μα με τρόπο. Είναι λίγο περίεργη η κυρία, η αλήθεια είναι αυτή. Απρόβλεπτη, αγενής. Έρχεται ακάλεστη κι έτσι εσύ δεν είσαι stand by και βρει παράθυρο ανοιχτό, πάει το ’σκασε για ανοιχτούς ορίζοντες. Πεθαίνει για άπλα, για πλάκα, για φρεσκάδα, δροσιά και άνοιξη. Πλήττει θανάσιμα με τη μουρτζούφλα, με τη συνήθεια, με τα ίδια και τα ίδια, με την αρτηριοσκλήρυνση των ιδεών. Το ότι είναι μια αιώνια έφηβη η ίδια, ίσως και αυτός να είναι ο λόγος που δεν μπορεί να κατανοήσει τη νοοτροπία της ακινησίας και το σκούριασμα των αρθρώσεων. Της αρέσουν οι απλωτές στο κολύμπι, και όχι οι ύπουλες πατητές και το ανάσκελα!

Μα τι σου τα λέω όλα αυτά; Μη και δεν τα ξέρεις;

Βάλε λοιπόν τα καλά ξυσμένα μολύβια σου στην κασετίνα τους προς το παρόν. Τις κόλλες τις αδειανές σου άφησέ τες πάνω στο γραφείο σου. Δεν παθαίνουν τίποτα, μη φοβάσαι. Καλού, κακού πάντως, βάλε πάνω τους ένα press papier μη τις παρασύρει κανένα ρευματάκι. Μα και το ρευματάκι από πού να μπει το έρμο έτσι που έχεις κλειδαμπαρώσει πόρτες και παράθυρα από τη φοβία σου με το κρύο; Άφησέ το να μπει βρε παιδάκι μου έστω και παγωμένο στην αρχή. Μετά θέλει δε θέλει θα στρώσει!

Και τώρα για ρίξε μια ματιά στα γραπτά σου…

Είδες; Γέμισες δυο τρεις σελίδες χωρίς έμπνευση.

Φαντάσου τι έχει να γίνει όταν σε λίγο τη δεις να επιστρέφει μετανιωμένη!

Για πες.

Ο αντίχειράς σου καλά;

Το πληκτρολόγιο του computer καλά;

Είσαι έτοιμη λοιπόν.

Την αφουγκράζομαι. Νομίζω έρχεται. Πρόσεξε! Άδραξέ την καλά. Κρίμα να φύγει και πάλι κι εσύ να κάθεσαι και να γεμίζεις τις κόλλες τις λευκές σου με βλακείες. Δεν το θέλει κι ο Θεός!

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!