Είναι βαριά, μου έλεγε η γιαγιά μου, η καλογερική κι η προσευχή·
κοίτα που πάλι το θυμήθηκα· τώρα
που ένα νέφος θλίψης ζώνει την πόλη και των χρωμάτων που ξέρω ξεθώριασαν οι λάμψεις-
κεί που άνθρωπος είμαι και πονώ και στην μελαγχολία σκέψεις αντιπαραβάλω λυρικές.
Να είσαι απλός, μου έλεγε· τα λόγια της
ακόμα ηχούν μες το μυαλό μου και ας έρχονται
από την παιδική μου ηλικία, ευρυγώνιος μέγας φακός.
Πολλές νύχτες κοιτώ τον ουρανό και χάνω
προσανατολισμούς και βεβαιότητες· ένα
θυμίαμα που ανεβαίνει απ’ την οθόνη κι όμως, προς τον ουρανό, αφήνει
την μορφή της να στρώνει της θαλάσσης την τρικυμία με το δεξί
χέρι της προτεταμένο, όπως για να ηρεμήσουν τα ποτάμια που εκβάλλουν
στον ωκεανό της βαθιάς νύχτας του Δεκεμβρίου που ένα ελπίδας φως πλημμυρίζει
το αποταμιευμένο Αγαθό της ψυχής..

_

γράφει ο Στρατής Παρέλης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!