Άλλη μια νύχτα ξάγρυπνη. Άλλη μια νύχτα αδιάφορη. Να μη μου καίγεται καρφί για τίποτα. Για τίποτα; Ο σφυγμός μου γρήγορος. Οι ανάσες μου δύσθυμες. Το σώμα σε αστάθεια από την υπερένταση. Τα βήματά μου παίζουν με το μυαλό μου. Με σπρώχνουν, σχεδόν καταναγκαστικά, να βγω έξω. Βγαίνω σαν υπνωτισμένη. Πού στο διάολο να πάω ρε γαμώτο;

Σε δυο στενά από το σπίτι είναι ένα περίπτερο υπερπαραγωγή. Πάνω στον κεντρικό δρόμο. Φωτισμένο πάντα σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Με έντονα φώτα νέον σε όλα τα χρώματα. Με τυφλώνουν διάολε. Ο τύπος που το δουλεύει βραδινή βάρδια βάζει το ραδιόφωνο στη διαπασών να παίζει σκυλάδικα. Κάθε βράδυ. Και τραγουδάει. «Που να τον πάρει», σκέφτομαι. Θέλω να του φωνάξω να βγάλει τον σκασμό, μα δεν του λέω τίποτα. Αν γουστάρει έτσι εμένα τι με κόφτει. Πλησιάζω βαριεστημένα στο περίπτερο και αγοράζω τσιγάρα. Με κοιτάζει λες και είμαι ζόμπι. Δεν πέφτει και πολύ έξω. «Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω με αυτό το ψοφόκρυο βρε κοπελιά;». «Είπα να βγω να κάνω καντάδα στ’ αστέρια, αλλά με πρόλαβες», λέω και του ρίχνω ένα δολοφονικό ύφος, που του κόβει τη φόρα. Τον βρίζω μέσα απ΄ τα δόντια μου καθώς φεύγω. Δε μου φταίει, μα δε με νοιάζει. Εγώ τον βρίζω. Αυτόν, αντί για εσένα. Αυτόν, μαζί με εσένα. Ανάβω τσιγάρο και βάζω τα ακουστικά στ’ αυτιά μου. «Θα ακούσω ότι γουστάρω εγώ», ουρλιάζω γελώντας δυνατά. Και γαμώ τις φάσεις είναι. Να ουρλιάζω και να μη με ακούει κανείς. Η βοή του δρόμου σκεπάζει τα ουρλιαχτά μου. «Ουρλιάζω ελεύθερα ρε».

Η μουσική μου στη διαπασών. Με ταξιδεύει. Εκεί που ταξιδέψαμε μαζί. «Άει σιχτίρ λοιπόν». Αλλάζω τραγούδι. Μα εσύ εκεί. Μπροστά μου. Περπατάω και περπατάς δίπλα μου. Δε σε θέλω, μα με ακολουθείς. Ως πότε αλήθεια. Επιταχύνω το βήμα μου, σχεδόν τρέχω. Μακριά σου. Για να με χάσεις. Και να με βρω εγώ. Άντε γεια σου. Ή μάλλον, αντίο. Κοντεύει έξι και μισή. Ξημερώνει. Θέλω να χαϊδέψει η ανατολή το βλέμμα μου. Να το γλυκάνει και ν’ αγαπήσω τη μέρα. Την καινούρια μέρα. Τη δική μου μέρα.

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!