Select Page

Η επίσημη αγαπημένη

Η επίσημη αγαπημένη

 

   Η θάλασσα καταγάλανη. Ένα ελαφρό αεράκι πηγαινοφέρνει τα κύματα, που πολύ θέλουν να παίξουν με την ακτή, αλλά και με ό,τι βρίσκεται στον παφλασμό τους. Παρ’ όλο που είναι προεόρτια του χειμώνα, τούτη η μαγεύτρα θέλει να παίξει με την αγάπη και τις αντοχές.

  Ο ουρανός καταγάλανος κι αυτός, μόνο κάπου-κάπου, εκεί, στο βάθος, στο πολύ βάθος, υπάρχουν κάποια σύννεφα, που κι εκείνα έχουν τη διάθεση για παιχνίδι. Παίρνουν διάφορα σχήματα. Άλλοτε ενώνονται μεταξύ τους και σχηματίζουν ένα κακόμορφο γκρίζο τέρας κι άλλοτε χωρίζονται και φτιάχνουν πουπουλένιες μπάλες ή και αλλόκοτα σχήματα.

   Η ώρα είναι περίεργη. Στο λιμάνι υπάρχει μεγάλη κινητικότητα κι εκείνος προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Σαν χθες ήταν που μπήκε κι εκείνος σ’ ένα μεγάλο καράβι, χρόνια πριν, για να μπορέσει, όχι μόνο να δημιουργήσει ένα καλύτερο αύριο, μα και να επιβιώσει.

    «Θα μπαρκάρω, πατέρα…» είχε πει στον γονιό του αποφασιστικά. Δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα.

   Σαν πήρε το ναυτικό φυλλάδιο και ζαλώθηκε τον ναυτικό του, που λέει ο λόγος, μπόγο στον ώμο, ένοιωσε άντρας πια κι ας ήταν μονάχα δεκαεφτά χρονών παιδί. Εκείνα τα χρόνια ήταν όλα πιο εύκολα… Ήταν, αλήθεια;

   Ξεκίνησε από μούτσος. Το παιδί για όλες τις δουλειές. Και σε κάθε μπάρκο βρισκόταν ένας παλιότερος και πολύ μεγαλύτερός του, που τον έπαιρνε υπό την προστασία του. Και δεν άργησε να μπει στο ουσιαστικό παιχνίδι της θάλασσας· στρώθηκε στο διάβασμα – το οφείλει στον καπετάν Κωνσταντή– κι άρχισε ν’ ανεβαίνει σκαλί-σκαλί την ιεραρχία, μέχρι που πήρε το πτυχίο του πρώτου μηχανικού και όλοι πια, νεότεροι και περισσότερο οι παλαιότεροι, τον σέβονταν και τον θαύμαζαν.

    Με κάθε ευκαιρία γύριζε στο πατρικό του και ποτέ δεν έπαψε να στέλνει, τόσο στους γονείς, όσο και στα μικρότερα αδέλφια του, τα δίδυμα και την μικρότερη, για να μπορούν όλοι να έχουν μια καλύτερη ζωή. Στην αρχή τα χρήματα δεν ήταν πολλά, μα σαν άρχισε ν’ ανεβαίνει στα ‘‘αξιώματα’’ φτιάχτηκε το σπίτι με όλες τις ανέσεις, σπούδασαν τα παιδιά. Από τα αγόρια, ο ένας ασχολήθηκε με τη γη που είχαν οι γονείς, σπούδασε γεωπόνος, ο άλλος σπούδασε οικονομικά και η μικρή τους έγινε δασκάλα. Τα γονικά τους έφυγαν από τούτη τη ζωή πολύ περήφανοι κι αυτό του έδινε δύναμη.

    Όλοι τακτοποιήθηκαν. Όλοι πήραν το δρόμο τους και του έδειχναν την ευγνωμοσύνη, μα πιότερο την αγάπη και το νοιάξιμό τους.

    - Δεν είναι καιρός να σταματήσεις τα ταξίδια και να φτιάξεις τη ζωή σου;  τον ρώτησε μια μέρα η «δασκαλίτσα» του, όπως την φώναζε με καμάρι.

    - Μακριά απ’ τη θάλασσα, κορίτσι μου, δεν έχω ζωή εγώ. Αυτή είναι η ζωή μου. Αυτήν παντρεύτηκα στα δεκαεφτά μου, αυτή με φρόντισε, αυτή μ’ έκανε καλύτερο και χρήσιμο άνθρωπο. Σ’ αυτήν οφείλω τα πάντα, ακόμα και τον εαυτό μου. Πώς μπορώ, λοιπόν, να την απαρνηθώ;

    - Ναι, σύμφωνοι. Μόνο που τα χρόνια περνάνε. Τα δίδυμα έχουν τις οικογένειές τους, εγώ σε λίγο φέρνω το δεύτερό μου παιδί στον κόσμο. Κι εσύ αρνείσαι να βγεις στη σύνταξη…

    - Να παροπλιστώ, δηλαδή;

   - Όχι. Δεν σου είπε κανείς κάτι τέτοιο. Να βρεις έναν άνθρωπο για συντροφιά και ν’ ασχοληθείς και με τη θάλασσα. Μας έχεις τακτοποιήσει όλους, εκτός απ’ τον εαυτό σου…

   Χαμογέλασε, ακούγοντάς την και άπλωσε το χέρι του στους ώμους της.

   - Αχ, κορίτσι μου… Για μένα θα είσαι πάντα το μικρό μου κοριτσάκι. Όταν βλέπω εσάς χαρούμενους, είμαι κι εγώ. Παιδιά δεν έκανα, μα έχω τα δικά σας. Και για συντροφιά; Είστε όλοι εσείς. Ύστερα, πώς μπορώ να απατήσω τη γυναίκα μου; Ξέρεις τι μαγεύτρα είναι; Θέλεις να μου θυμώσει; Όχι, όχι, μια χαρά είμαι. Μη νοιάζεσαι…

 *

        
   Αυτό ήρθε να πει τώρα, εδώ, στο μόλο, τούτη τη μέρα του χινόπωρου, στην επίσημη αγαπημένη του. Ήρθε να της πει πως γνώρισε έναν πανέμορφο άνθρωπο – κι ας γνωρίζονταν από παιδιά – και πως αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους. Εκείνη χήρεψε νωρίς και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό.

    Ο άντρας της υπήρξε πρέσβης κι εκείνη ήταν η γραμματέας του. Όταν εκείνος έφυγε απ’ τη ζωή, εκείνη συνέχισε να δουλεύει και συνάμα να ταξιδεύει και να προσφέρει τις υπηρεσίες της όπου μπορούσε· σε διάφορες οργανώσεις που φρόντιζαν ουσιαστικά πληθυσμιακές ομάδες ανά τον κόσμο. Είχε σπουδάσει νομικά, της άρεσαν οι ξένες γλώσσες και με κάθε ευκαιρία τις μελετούσε, έτσι οι μετακινήσεις της ήταν πιο εύκολες και πολύ χρήσιμες. Μιλούσε άπταιστα τα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Ιταλικά, τα Ισπανικά και μελετούσε τα Ρώσικα και τα Κινέζικα, στα οποία δεν είχε καταφέρει να πάρει τα απαραίτητα πιστοποιητικά. Κι όταν τα χρόνια πια πέρασαν κι άρχισαν να δείχνουν αισθητά την παρουσία τους με τις σωματικές αντοχές της να φθίνουν, αποφάσισε να ζήσει στα πάτρια εδάφη. Τότε «γνωρίστηκαν» απ’ την αρχή. Είχε συνταξιοδοτηθεί κι εκείνος… Αντάλλαξαν εμπειρίες, γνώσεις και γνώμες και αναμνήσεις από τα ταξίδια τους. Κάπως έτσι ένοιωσαν πως θα μπορούσαν να «γεροντοπορευτούν» παρέα. 

*

     «Δεν σε απατώ και το ξέρεις. Εσύ θα είσαι πάντα η επίσημη αγαπημένη μου. Κι εκείνη το ξέρει. Και το σέβεται. Θα έρχομαι πάντα στην αγκαλιά σου, για να σου δείχνω την αγάπη και τον θαυμασμό μου, την ευγνωμοσύνη που μου φέρθηκες τόσο τρυφερά και συντροφικά όλα αυτά τα χρόνια. Μα τώρα να, με παροπλίσανε και δεν μπορώ να βρίσκομαι συνέχεια στην αγκαλιά σου. Νοιώθω σαν παλιό σκαρί, που μήτε για παλιοσίδερα δεν τους είμαι χρήσιμος. Αυτός είναι και ο λόγος που αναζήτησα μιαν άλλη αγκαλιά, ένα άλλο νοιάξιμο. Και σου δίνω το λόγο μου, πως όποτε το επιτρέπει ο καιρός, θα παίρνω τη βάρκα, μου είπε κι εκείνη πως θα έρχεται μαζί, και θα ξανοίγομαι στην απέραντη αγκαλιά σου…»

    «Να πας στο καλό, αγαπημένε μου…», του φάνηκε σαν να άκουσε το ψιθύρισμά της από τον παφλασμό που έκανε το κύμα και ήρθε κι έσκασε στα πόδια του. «Να πας στο καλό και να ξέρεις πως εγώ εδώ θα είμαι και θα σε περιμένω. Αμούστακο παιδί σε παρέλαβα και ασπρομάλλη γερόλυκο σε έφτασα. Μα κι εσύ μου φέρθηκες όμορφα. Ποτέ δε μου θύμωσες. Αντίθετα, στις φουρτούνες με καλόπιανες με γλυκόλογα και κάθε που έπιανες λιμάνι, πάντα γέμιζες τις χούφτες σου με το νερό μου, ευχαριστώντας με και πριν μπεις για το επόμενο μπάρκο, με κερνούσες ένα ποτήρι από το καλύτερο κρασί που έβρισκες και μου έδειχνες την αγάπη σου. Και πόσα βράδια, είχες δεν είχες βάρδια, καθόσουν και μου έκανες παρέα, τις περσότερες φορές μου σιγοτραγουδούσες και με θαύμαζες… Να πας στο καλό, αγαπημένε μου… Να πας στο καλό…»

_

γράφει  η Αθηνά Μαραβέγια

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

1 σχόλιο

  1. ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

    Μεγάλος έρωτας η θάλασσα κυρίως για τον ναυτκό, Έρωτας που ούτε λησμονιέται ούτε τον χορταίνει ποτέ ίσως γι’ αυτό και παραμένει ΜΕΓΑΛΟΣ

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!