Select Page

Η ζήλεια

Η ζήλεια

Σεμινάριο δημιουργικής γραφής, κάπου στο Θησείο. Ο “δάσκαλος” δίνει στην ομάδα του, για ν’ αναπτύξει σαν θέμα, τη λέξη “ζήλεια”.

«Θα σας αφήσω είκοσι λεπτά να γράψετε ό,τι θέλετε. Είναι ένα θέμα πολύ εύκολο, νομίζω…», είπε με ένα πλατύ χαμόγελο.

Οι “μαθητές” του – άνω των τριάντα, για να μην πω και παραπάνω για κάποιους απ’ αυτούς – έβγαλαν μολύβια και χαρτιά και άρχισαν να συνταιριάζουν τις λέξεις με ζήλο, ποιος ή ποια θα γράψει το καλύτερο διήγημα. Όλοι, εκτός από τη γεροντότερη της ομάδας αυτής.

Είναι μια γυναίκα που διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της και καθώς έχει συνταξιοδοτηθεί, στο σεμινάριο αυτό βρήκε κάποιο ενδιαφέρον, που θα μπορούσε να γίνει σκοπός για το υπόλοιπο της ζωής της. Ας πούμε πως τη λένε Έλλη.

«Έλλη, τελείωσες κιόλας;», της ψιθυρίζει ο “δάσκαλος”.

«Δεν άρχισα καν…»

«Γιατί;»
«Δεν ξέρω τι να γράψω…»
«Τι εννοείς;»
«Είναι κάτι που δεν το γνωρίζω, δεν το έχω νιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα. Δεν ξέρω τι σημαίνει ζήλεια», απάντησε απολογητικά.

«Καλά», είπε εκείνος, χτυπώντας την στον ώμο.

Τελειώνει το εικοσάλεπτο και αφήνουν όλοι τα στυλό κάτω, ενώ κοιτάζονται μεταξύ τους και περιμένουν ποιος θα διαβάσει πρώτος ό, τι έχει γράψει, για να πάρουν και οι άλλοι σειρά.

«Σήμερα δε θα διαβάσει κανείς. Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον στην ομάδα μας· η Έλλη δεν έχει γράψει ούτε μία λέξη…»

Κοιτάζουν όλοι με απορία τη “συμμαθήτριά τους. Ήξεραν πως μπορεί να μην έγραφε κάθε φορά το τέλειο κείμενο, όμως πάντα προσπαθούσε.

«Η Έλλη μού είπε πως δε γνωρίζει αυτή τη λέξη, γιατί δεν έχει νιώσει ποτέ ζήλεια. Εμπρός, λοιπόν, σας επιτρέπω να της κάνετε ερωτήσεις, σαν να της παίρνατε συνέντευξη. Συμφωνείς, Έλλη;»

«Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Είμαι όλη αυτιά και περιμένω να σας απαντήσω», χαμογέλασε.

«Όταν λες πως δεν έχεις νιώσει ποτέ ζήλεια σαν παιδί, ας ξεκινήσουμε από κει, δε ζήλεψες ποτέ το παιχνίδι κάποιου άλλου ή τα ρούχα κάποιας φίλης σου;», τη ρώτησε ο πρώτος, που ήταν και πιο κοντά στην ηλικία της.

«Όχι. Είχα πολλά παιχνίδια και αν άρεσε κάτι σε κάποιο παιδί, του το χάριζα. Όσο για τα ρούχα, μου άρεσε να φορώ πάντοτε τα παντελόνια και τις μπλούζες του αδερφού μου και σπάνια φορούσα φουστάνια», είπε γελώντας και με συστολή, λες και έκανε κάτι κακό.

«Ωραία. Μεγαλώνοντας, δε ζήλεψες ποτέ; Δε λαχτάρισες κάτι που είχε κάποιος άλλος; Ας πούμε, ένα μεγάλο σπίτι, ένα ακριβό αυτοκίνητο, ένα ακριβό κόσμημα», ρώτησε μια από τις νεότερες κοπέλες.

«Όχι. Ήμουν και παρέμεινα αυτό που λένε “αυτάρκης”. Αγαπώ αυτά που έχω και μάλιστα όσα έχω αποκτήσει η ίδια με κόπο. Για μένα αυτά είναι τα ακριβά μου. Μια χαρά είναι και το σπίτι που μένω και το αυτοκίνητό μου, το οποίο δε χρησιμοποιώ και συχνά».

Η Έλλη νιώθει πως την έχουν βάλει στη μέση και την περιεργάζονται, σαν να είναι κάτι παράξενο. Σε κάθε απάντησή της κοιτάζονται μεταξύ τους και άλλοι κρυφογελούν, ενώ άλλοι την κοιτούν με συμπάθεια.

«Θα σου κάνω μια ερώτηση, δίνοντάς σου μια υποτιθέμενη σκηνή…», της λέει ο “δάσκαλος”.

«Ακούω.»

«Ας πούμε, υπόθεση κάνουμε, έτσι; Ας πούμε, λοιπόν, πως έχεις σχέση με κάποιον, με τον οποίο είσαι πολύ ερωτευμένη. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι πολιορκείται από μία άλλη γυναίκα …»

Η Έλλη χαμογελά συγκαταβατικά και τον ρωτά:
«Να συνεχίσω;»

«Παρακαλώ…»
«Και καταλαβαίνω πως ο κίνδυνος να ενδώσει είναι ολοφάνερος»

«Ακριβώς.
«Μου έχει συμβεί…»

«Και τι έκανες;»

«Τίποτα. Μόνο τον ρώτησα αν πέρασε καλά…»

Την κοίταζαν όλοι με απορία. Ήξεραν, από τα κείμενά της τουλάχιστον, πως ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε και που ήξερε να δείχνει την αγάπη της. Το έχει δείξει, άλλωστε, και όλον αυτό τον καιρό που βρίσκονται στην ομάδα.

«Συζούσαμε. Είχε πει πως θα πάει για κάποια δουλειά και σαν θα γύριζε, θα πηγαίναμε έξω για φαγητό με φίλους. Οι ώρες περνούσαν, εκείνος αργούσε, τότε κινητά δεν υπήρχαν, εγώ ανησυχούσα μήπως του συνέβη τίποτα άσχημο και όταν τον είδα από το μπαλκόνι να έρχεται, έτρεξα στο κρεβάτι, γδύθηκα κι έκανα την κοιμισμένη…»
«Και; Και;», ακούστηκαν όλοι μαζί σχεδόν.

«Θύμωσε… Όταν κατάλαβε πως δεν κοιμόμουν και ήταν έτοιμος να μου αραδιάσει, ποιος ξέρει ποιες δικαιολογίες ή και ψέματα, όπως γίνεται συνήθως, και με ακούει να τον ρωτάω με μεγάλη ηρεμία πώς πέρασε, με έπιασε από τους ώμους, άρχισε να με ταρακουνά και να μου λέει πως στις φλέβες μου δεν τρέχει αίμα…»

«Ε, δεν είχε άδικο…», ακούστηκε κάποιος.

«Είχε. Και ο λόγος είναι απλός. Πρώτον, δεν τον άφησα να γελοιοποιηθεί με όσα θα μου έλεγε και δεύτερον, από τη στιγμή που εμείς αφήσαμε στη σχέση μας μια χαραμάδα και επιτρέψαμε να μπει κάποιος άλλος, τότε φταίξαμε και οι δύο. Άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο. Το σίγουρο, όμως, είναι πως και οι δύο αφήσαμε αυτήν τη χαραμάδα.»

«Και δε στενοχωρήθηκες;»

«Σαφώς και στενοχωρήθηκα. Άλλωστε κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, έτσι δεν λένε; Έψαξα, όμως, να βρω τον βαθμό της δικής μου ευθύνης. Από κει και πέρα η επιλογή ήταν και των δυο μας: ή θα ζούσαμε, κάνοντας ο καθένας τη ζωή του – κάτι που το έβρισκα πολύ κουτό και ανώριμο – ή θα έπαιρνε ο καθένας τον δρόμο του. Και έγινε, φυσικά, το δεύτερο»

«Δεν καταλαβαίνω…», πετάχτηκε μια “συμμαθήτρια”. «Πες, ας υποθέσουμε και πάλι, πως κάποια φίλη σου, αδελφική σου φίλη, με την οποία γνωρίζεστε χρόνια κι έχετε μοιραστεί πολλά μεταξύ σας, ας πούμε, πως αυτή γνωρίζει κάποια άλλη σου φίλη ή και γνωστή, από άλλον κύκλο σου. Αντιλαμβάνεσαι, λοιπόν, πως αυτές οι δύο ξαφνικά αρχίζουν και σε απομακρύνουν με τρόπο ή και ευθέως. Τι θα κάνεις; Δεν θα ζηλέψεις που ήρθε κάποια άλλη και σου έκλεψε τη φίλη; Δε θα νιώσεις άσχημα;»
«Σίγουρα, αλλά κι εκεί θ’ αναλογιστώ πού και πόσο έχω φταίξει. Κι ύστερα, τι σημαίνει “μου έχει κλέψει”. Αλλά για να μην ξεφύγω από την απάντηση, για να μη θέλει αυτή η φίλη να κάνει πλέον παρέα μαζί μου, σημαίνει πως δεν της καλύπτω τις ανάγκες της τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ε, και τι να κάνω; Στο καλό κι η Παναγιά κοντά τους…»

«Μα έτσι είναι σαν να μην αγαπάς κανέναν, πλην του εαυτού σου…» πετάγεται ένας νεότερος.

«Μα ούτε τον εαυτό της αγαπά, από τη στιγμή που τον στήνει συνέχεια στον τοίχο…» διέκοψε ο “δάσκαλος”.

Η Έλλη χαμογέλασε. Τον κοίταξε κατάματα. Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε.
«Δεν είμαι κάτι περίεργο. Ένας απλός άνθρωπος είμαι, με πολλά ελαττώματα και το κυριότερό μου είναι πως σέβομαι πρώτα τον εαυτό μου και ύστερα τους άλλους. Χρόνια τώρα, από παιδάκι, έχω σαν νόμο ζωής αυτό που έχει πει ο Φεραίος: “Ποτέ μην κάνεις αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν”. Θυμάμαι, το είχα διαβάσει στα εικονογραφημένα κλασικά. Πάνω σ’ αυτό τον νόμο προσπαθώ να ζήσω. Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω και πόσο. Δεν μου αρέσει η κτητικότητα. Όπως προηγουμένως που είπα για την “κλοπή” τής φίλης. Κανείς δεν ανήκει σε κανένα, περισσότερο από όσο στο ίδιο του τον εαυτό. Ό, τι έχει πετύχει ο καθένας, μπράβο του και να το χαίρεται. Ας είχα κι εγώ - ή ο όποιος - τα κότσια και τα “θέλω” τού άλλου. Τι να κάνουμε τώρα; Κανείς δεν είναι κτήμα κανενός και κανείς δε μοιάζει με τον άλλον. Σε μένα, ας πούμε, αρέσει πολύ το λεμόνι, ενώ κάποιος άλλος στο άκουσμα και μόνο, ξινίζεται. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να σας εξηγήσω την άγνοιά μου, σε ό, τι έχει σχέση με τη ζήλεια. Αλήθεια, έχουμε αναλογιστεί πόσοι φόνοι, πόσα εγκλήματα, ατομικά ή ομαδικά, έχουν γίνει και γίνονται εξαιτίας αυτής της ζήλειας; Ακόμα και αυτός που ζηλεύει, δηλητηριάζει τον ίδιο του τον εαυτό. Γίνεται δυνάστης, σκληρός και άπονος πολλές φορές. Αυτός είναι αυτό που είπατε πριν: Ο εαυτός του πάνω απ’ όλους και όλα. Η ζήλεια καταστρέφει τα πάντα. Είναι ένα ύπουλο και κακόβουλο σκουλήκι, που έχει την ικανότητα να μεγαλώνει και να θεριεύει, που τρώει τα σωθικά εκείνου που το τρέφει. Δε σ’ αφήνει να χαλαρώσεις, να χαρείς… Αυτός που ζηλεύει, πρώτα καταστρέφει τον εαυτό του και μετά όλους τους γύρω του. Λυπάμαι, δε θα πάρω. Ελπίζω να σας κάλυψα…».

Η Έλλη σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματά της, κοίταξε το ρολόι της· η ώρα είχε περάσει.

«Αύριο πάλι, αν εξακολουθείτε να με θέλετε στην παρέα σας. Καληνύχτα…»

Βγήκε στον δρόμο που ήταν γεμάτος νεολαία. Πόσο της άρεσε να συνχνωτίζεται με παιδιά. Μπερδεύτηκε ανάμεσά τους. Ο καιρός είχε αρχίσει να δείχνει την όμορφη πλευρά του. Είχε μπει η Άνοιξη για τα καλά. Παντού μυρωδιές, ειδικά από τις ευλογημένες νεραντζιές που είναι φυτεμένες σε όλα τα πεζοδρόμια, σχεδόν. Ήταν ένας όμορφος περίπατος μέχρι το σπίτι της. Από κάπου ακουγόταν μια ρυθμική μουσική, μπιτάτη, όπως τη λένε. Άρχισε να μουρμουρίζει τον στίχο, που ήταν ένα παλιό τραγούδι σε νεανική εκτέλεση και το οποίο τη συνόδεψε μέχρι την εξώπορτά της…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Βασίλειος Μαντικός

Γεννήθηκε ως άλλος φόρος «Ρωμαϊκός» -κι ανδρώθηκε- στο νησί του Ήλιου, μιαν αρχή της Ινδίκτου. Ζει και εργάζεται στη γενέτειρά του. Σπούδασε και σπουδάχτηκε στη Μεγαλόνησο. Με θέα το Αιγαίο και παρέα μια ρακή σταμάτησε να ελπίζει, να φοβάται και πρωτοένιωσε τη «λεφτεριά» φερόμενος ως Πολιτικός Μηχανικός.

4 Σχόλια

  1. Αθηνά Μαραβέγια

    Λενάκι μου, πόσο σ’ ευχαριστώ!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου Αθηνά μου ”Κανείς δεν ανήκει σε κανένα, περισσότερο από όσο στο ίδιο του τον εαυτό.” Μάθημα ζωής για όλους μας το κείμενο σου…την αγάπη μου και καλή συνέχεια σε οτιδήποτε κάνεις!!!!!!!

    Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, Σοφία μου!!!!!!!
    Καλή συνέχεια και σε σένα!!!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!