Select Page

Η κερασιά της Μαργαρίτας

Η κερασιά της Μαργαρίτας

Τίναξε την ανθισμένη κερασιά με όλη την δύναμή της.  Αυτήν που είχε και αυτήν που νόμιζε πως δεν είχε.  Ήταν ένα παιχνίδι που το συνήθιζε από μικρή.

«Αν αφαιρέσεις τα άνθη από την κερασιά, δεν θα δώσει καρπούς», της έλεγε η σοφή γιαγιά της, η Αρχοντούλα. Τα δέντρα είναι σαν τους ανθρώπους. Χωρίς άνθη δεν δίνουν καρπούς. Οι άνθρωποι, αν δεν ανθοφορήσουν καλοσύνη, δεν καρποφορούν την αγάπη.

Και είναι όμορφα τα άνθη στα δέντρα. Έχουν τον διασκελισμό της λαχτάρας για καρποφορία. Άπειρα νοήματα και άπειροι συνειρμοί στην καρδιά της Ναυσικάς, καθώς ατένιζε τα λεπτοπέταλα της ανθισμένης κερασιάς. Οι μνήμες, λάμβαναν πάντα στο ανήσυχο μυαλό της συμβολικές διαστάσεις νοηματοδότησης και προσδοκίας. Της άρεσε να εμβαθύνει τα προανακρούσματα της στατικής σιωπής που κυριαρχούσε στη ζωή της. Βίωνε, ένα άυλο και ολοφώτιστο συναίσθημα για την ζωή. Αυτό ήταν το κάλλος. Το κάλλος σε όλα όσα αναπαύουν την ψυχή. Αυτό το ανακάλυψε στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας.

Όταν ήταν στα όρια της απόγνωσης. Οι δυσχέρειες και μια αίσθηση της αυτολύπησης την κρατούσαν όμηρο και φοβισμένη. Έδινε την ψυχή της για τους άλλους. Είχε καταντήσει μια τοξική συνήθεια. Ένα ψυχικό και σωματικό σύμπτωμα ήταν η εξουθένωση των δυνάμεών της.  Δεν κατανοούσε πως στην σύντομη ζωή πρέπει να έχεις μέτρο σε όλα. Όσο αυτό λείπει τόσο απομακρύνεσαι από τον αυθεντικό εαυτό.

Η Ναυσικά, χωρίς να το ξέρει, εκπλήρωνε αυτό που έλεγε ο Ευριπίδης: «άλλων ιατρός, αυτός έλκεσι βρύων». Σε ελεύθερη μετάφραση, γιατρεύει τους άλλους ενώ ο ίδιος είναι γεμάτος πληγές. Η φωνή της στεντόρεια, όταν μιλούσε με βεβαιότητα για την αλήθεια της, σαν να ήταν η κόρη του Στέντορα του ήρωα της Ιλιάδας. Δεν διαπραγματευόταν τα πιστεύω της και πάντα είχε το νου της «στο δίκιο». Μα «το δίκιο» δεν το έβρισκε ποτέ. Θαρρείς και ήταν η ορθολογική εποχή που το στερούσε.

Διάνυε το εικοστό έτος της ηλικίας της. Φρέσκια και δροσερή η θέλησή της για ζωή, αλλά ο εαυτός της απών στα δρώμενα. Η οικογένεια είχε μεταναστεύσει στα βόρεια. Εκεί που το κρύο είναι τσουχτερό και οι πάγοι λιώνουν με δυσκολία. Η Σουηδία είχε παραγωγή από ξανθές δίμετρες και άφθονη παραγωγή τεχνολογίας. Τα πρωινά οι άνθρωποι δεν μιλούν. Περπατούν σκυφτοί και κινούνται διαρκώς σαν μηχανές. Τη βασάνιζε αλύπητα εκείνο το φευγιό του πατέρα της. Δεν ήξερε πώς να το πει και στην παιδική της φίλη της, την Μαργαρίτα, που την έκανε να ζηλεύει για τις όμορφες πλεξούδες της. Της έπλεκε με ευλάβεια κάθε πρωί η μάνα της. Αυτά θυμόταν και η καρδιά της ανοιγόκλεινε την ασήκωτη πίκρα της περιφρόνησης. Ναι. Όπου και να πήγαινε η σαγήνη της ελπίδας είχε απονεκρωθεί. Το σπίτι το πατρογονικό πάντα με κλειστά παραθυρόφυλλα και γωνιές όπου οι αράχνες έδιναν μακροχρόνιο πάρτι. Σπάνια το επισκεπτόταν. Δεν άντεχε.

Η άνοιξη είχε για τα καλά εισβάλει και ο κάμπος ντυμένος στις ανθισμένες κερασιές, κατάλευκος. Στην πλευρά της αυλής με την κερασιά είχε θρονιάσει για τα καλά ένα χριστουγεννιάτικο αστέρι. Έμεινε ξεχασμένο από τις γιορτές. Το ομόρφαινε το δέντρο. Του έδινε όλο τον συμβολισμό των άστρων. Τότε θυμήθηκε ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «το ερωτικό» το τραγουδούσε πολύ όμορφα η Αρλέτα.

«Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ άστρα

Μαζεύονται όλοι οι ποιητές

Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα

Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε στα ποτάμια

Και περιμένουν

Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν

Να πέσουν μες στον ύπνο σου

Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου

Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ΄ το παράθυρό σου.

Το τραγούδι και η ποίηση ήταν οι παρηγοριά της.»

Κάθισε κάτω από την κερασιά και αναπόλησε. Με μιας άρχισε το ψιλόβροχο της άνοιξης. Ευπρόσδεκτο και χρήσιμο σκέφθηκε. Μα εκεί στην ορφανεμένη γωνιά της κερασιάς, κατατρόπωσε την ικμάδα της νιότης της μια απρόσμενη επίσκεψη. Η Μαργαρίτα, ήρθε τρέχοντας και λαχανιασμένη από αγωνία, με μελανιασμένα μάτια και αίμα στα χείλη. Το φόρεμά της, ένα εμπριμέ πράσινο φόρεμα που θύμιζε κήπους, σχισμένο από δέκα μεριές.

«Ναυσικά, Ναυσικά, σώσε με!» ακουγόταν η πνιχτή φωνή της.

«Ήρθε πάλι ο τρελός από την Αυστραλία στο περιβόλι!»

Στο χωριό σχεδόν οι περισσότεροι έπιασαν τα πέρατα του κόσμου για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Δουλειές δεν υπήρχαν. Οι οικογένειες ξεκληρίζονταν για χώρες μακρινές, όπου ανθούσε η υπερπαραγωγή του χρήματος και της κατανάλωσης. Τα παιδιά ζούσαν με τους ηλικιωμένους παππούδες και η απουσία της οικογένειας ήταν σαν το πικρό κατακάθι του καφέ. Μόνο όταν πλησίαζε το καλοκαίρι έβλεπες τα παιδικά χαμόγελα και τις φωνούλες να κατακλύζουν το σύμπαν από ζωή. Οι λίγοι τυχεροί που είχαν τους γονείς δίπλα τους, ήταν οι αξιοζήλευτοι. Η αγάπη ήταν μια κακοποιημένη λέξη. Την χρησιμοποιούσαν μόνο, όταν οι μετανάστες έφερναν τα δώρα. Δώρα που δεν είχαν ψυχή. Όταν ήταν μικρές, η Ναυσικά έδινε συχνά τις κούκλες της στην Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα της επέστρεφε συνήθως χωρίς μάτια και μαλλιά. Ακολουθούσε ένας καυγάς, δεν μιλούσαν μερικές ώρες αλλά την επόμενη μέρα τα ξεχνούσαν όλα! Έτσι είναι τα παιδιά. Είναι αυθεντική η ψυχή τους. Θυμώνουν αλλά ξεχνούν. Πραγματική συγχώρεση. Δεν μπερδεύουν την αγάπη με το παραλήρημα του εγωισμού.

Με τις φωνές της Μαργαρίτας αναστατώθηκε και η κερασιά, και θαρρείς πως και αυτή συνέπασχε με τον αιφνίδιο τρόμο της. Η Μαργαρίτα σπούδαζε για να γίνει νηπιαγωγός. Γνώριζε πολύ καλά την παιδική ψυχή. Συχνά διηγιόταν αληθινές ιστορίες σαν παραμύθια. Η φαντασία και η αφήγηση της οφείλουν μεγάλη ευγνωμοσύνη.  Η ζωή όμως προχωράει αμείλικτα και δεν λογαριάζει να πειθαρχήσει σ΄ αυτό που μας αρέσει. Σε ξεβράζει σε έρημους γιαλούς, σ΄ αφήνει αβοήθητο ν΄ ανεβαίνεις τις κορυφογραμμές της και μετά σε καλεί να δώσεις αγώνες για να δείξεις το πόσο προπονημένος είσαι στον πόνο.

Η Μαργαρίτα, βίωσε αυτό που καμία γυναίκα και κανένας άνθρωπος δεν θα ήθελε να του συμβεί ποτέ. Καθώς κατέβηκε στην ρεματιά να πάει στο περιβόλι τους. Έναν όμορφο τόπο όπου συναντιόντουσαν από μικρές με την Ναυσικά, για να κεντήσουν σταυροβελονιά και βυζαντινό.  Στον ίσκιο της κληματαριάς που τρυγούσαν τους καρπούς της, όπως τρυγούσαν και τα μυστικά της νιότης τους, δέχθηκε επίθεση από τον Ζαφείρη. Ο Ζαφείρης ήταν γνωστός για την νοητική του στέρηση και την επιθετικότητά του. Κανείς δεν τον προστάτευε. Είχε μόνο μια γιαγιά. Την έλεγαν Φρόσω. Η μητέρα έφυγε νωρίς από την ζωή. Δεν άντεξε τον καημό και την χλεύη των ζωντανών. Ο πατέρας εξαφανισμένος στην Αυστραλία δεν έδινε σημεία ζωής. Ο Ζαφείρης έδειχνε από νωρίς σημεία, πως η ζωή του και η ζωή των άλλων θα κυλήσει δύσκολα. Κάθε μέρα μια σταύρωση και Ανάσταση καμία.

Το κράτος δεν κάνει χορηγίες στους «σαλούς» για να τους προστατεύσει. Στο έλεος του Θεού και των κινδύνων. Και στα χωριά πάντα μια αρχέγονη αδιόρατη ενοχή που ενισχύει τον αποκλεισμό και την απομόνωση επιφέρει κρωγμούς και φόβο. Καθώς ο κόσμος φαντάζει παράλογος και σαστισμένος, κι η δικαιοσύνη βρίσκει τα ελαφρυντικά της, η κουφιοκεφαλιά του συστήματος και της νοοτροπίας έχει μια απίστευτη λογική. Παρανοϊκή και απάνθρωπη.  Όταν γίνει το κακό θρηνεί με υποκρισία και αλυσοδένεται στην ίδια παγίδα.  Άδικη η ζωή πολλές φορές για την γυναίκα. Όχι από οικτιρμό αλλά από τα πολλά βάρη.

Η Μαργαρίτα, σφήνωσε το λιγνό κορμάκι της στην αγκαλιά της Ναυσικάς, σαν να ήταν η μάνα της. Το κλάμα της ήταν σπαρακτικό. Ήταν άδολη και άγευτη από τον έρωτα. Σπάνια κρυφομιλούσε μ΄ έναν νεαρό που τον έλεγαν Δημήτρη. Είχε πολύ αυστηρούς και πουριτανούς γονείς. Η ίδια είχε μια ρομαντική άποψη για την ζωή. Είχε απλές συνήθειες. Αγαπούσε τη φύση και ονειρευόταν να έχει ένα σπιτικό με λουλούδια και παιδιά. Ένα κορίτσι με αρετές, που η φυσική και χαριτωμένη ευθυμία της σίγησε για πολλά χρόνια μετά από την φρικτή εμπειρία της ασέλγειας. Έζησε το δράμα του Ζαφείρη με τον πιο βάναυσο τρόπο και μέσα από τους ανεξιχνίαστους δρόμους της ψυχής της, το έπνιξε στο δικό της αξιακό σύστημα που οικοδόμησε η Αγία της Οικογένεια.

Η Ναυσικά, όταν άκουσε τα φρικτά νέα, έσκαψε μια λακκούβα στο φρέσκο χώμα της λυπημένης κερασιάς. Έριξε μέσα τον βαφτιστικό σταυρό της. Την κοίταξε με απέραντη τρυφερότητα και στοργή και υποσχέθηκε στον εαυτό της, πως κάθε τι που αλλάζει την ροή της ζωής στο βάναυσο, το βίαιο και το απάνθρωπο θα το πολεμήσει. Η Μαργαρίτα, ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης για την φίλη της σ’ αυτή την τραγική δοκιμασία πάντα το έχει.

Από τότε πέρασαν πολλοί χειμώνες και καλοκαίρια, η ίδια η κερασιά άνθιζε και καρποφορούσε μυστικά και σιωπηλά, σαν να ήθελε να μην μαθευτεί το μυστικό. Μεγάλη σιωπή, μυστική και ισχυρή για να πνίξει τόσο μεγάλη αδικία. Κάθε ανθρώπινη ζωή έχει να αφηγηθεί μια αδικία. Η Ναυσικά κάπου – κάπου πήγαινε ν΄ ανοίξει τα παραθυρόφυλλα για να αερίσει το σπιτικό της. Η Μαργαρίτα ήπιε το νερό της λησμονιάς. Δεν ξανασμίξανε ποτέ.

 

_

γράφει η Ιφιγένεια Παραστατίδου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. Γαβριηλίδου Ξανθίππη

    Όμορφη γλώσσα,όμορφες εικόνες!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!