Αγαπημένε μου,

Έπιασε ψύχρα. Δεν σου έραψα ακόμα εκείνα τα κουμπιά, που λείπουν απ’ το πουκάμισό σου. Τα πρώτα δύο να σου φυλάνε το στέρνο. Κρέμασα με την κλωστή λίγη καρδιά στον τοίχο. Ένα μικρό της κομμάτι. Τα υπόλοιπα στέκουν σιωπηλά και σιγοκαίνε μες στη στάχτη απ’ τα τσιγάρα σου γύρω μου. Έτσι ζω. Έτσι υπάρχω.
Σύντομα θα τελειώσουν όλα. Θα σβήσουν όλα. Και τότε θα τα σαρώσει ο άνεμος. Όλα. Πόσα να αντέξει μια κλωστή. Δεν φτιάχτηκε ατσάλινη, βλέπεις. Μόνο να στυλώνει για λίγο ό,τι λείπει. Να κατορθώνει με υπομονή τα μικρά και να κρύβεται απ’ τα μεγάλα. Να βαστάει τα λίγα. Και να δίνει απ’ τα κομμάτια της καρδιάς τα πιο πολλά.
Έπιασε ψύχρα, καλέ μου. Ο αέρας όλο και δυναμώνει. Τον ακούω, έχει σταθεί έξω απ’ την πόρτα. Ήρθε η ώρα, νομίζω. Ήρθε η ώρα να ταξιδέψει η μικρή μου κλωστή για τον τόπο σου. Ήρθε η ώρα να σου φέρει την καρδιά μου. Να την ακουμπήσει στο στέρνο σου. Εκεί που λείπουν τα δυο κουμπιά. Να την περιμένεις. Έρχεται.

Με αγάπη,
Λυδία

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!